ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ 3

το βράδυ δε μιλάει κανείς;
ή απλά κοιμούνται;

τόση ησυχία τα ρολόγια
δεν βρίσκεται κανείς να σκουπίσει
το τικ τακ απ’ το μέτωπό του

μόνο το μάτι μου αναμμένο
σαν φως σε διαμέρισμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

αν μ’ αγαπάς κάτσε απέναντι
όπως οι παίχτες στην ξερή
να μην κοιτάς τα φύλλα μου
να μην ξέρεις τι έχω

και να τελειώνουνε τα βράδια μας
μ’ απλές βαθμολογίες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

απ’ τα τραγούδια θα μου μείνει
μια πλάγια κλίση
λες και φυσάει πάντα κόντρα –
μ ‘έχει κατασπαράξει αυτή η απόσταση
με φτύνει μέσα μου

τι να τους κάνω τόσους δρόμους
αν είναι ο θάνατος παντού;

νεράντζια πέφτουν σε ασπίδες
φασίστες που γελούν μες τη δική μας νύχτα
κι εγώ με το παράπονο
«γιατί;»
«γιατί;»

«γιατί μαγκώνει αυτή η σελίδα;
γιατί δεν γυρίζει;»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

εγώ διστάζω πριν να προχωρήσω
σκέφτομαι τα βήματα ένα ένα
τα φαντάζομαι πολύχρωμα κι ας είμαι ασπρόμαυρος

ποτέ δεν παίρνω τον δρόμο που σκέφτομαι

τα σχέδια που κάνω είναι ποιήματα
για χίλιες δυνατότητες το δευτερόλεπτο

τέτοια ταχύτητα
να ξεκολλάς απ’ την βαρύτητα
να γίνεσαι στο τέλος ένας γλάρος

η ώρα της ανέλιξης
η ώρα της πτώσης

η πτήση

η πρώτη ύλη όλων των γίγνεσθαι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

η μικρή μου σύγκρουση
είναι ένα λεωφορείο που δεν πάει πουθενά
έμαθα να εμπιστεύομαι όσα δεν υπάρχουν
για να ‘ναι προτιμότερη η ζωή
σαν φρούτο ωμό της εξοχής
και όχι σαν βεβαιότητα σε πάγκο λαϊκής

στριμώχνομαι σαν έντομο ανάμεσα στα άνθη –
θεέ μου τόση γύρη γιατί πλάστηκε; –
για να πεθαίνουνε τα χίλια μάτια μου
πίσω από ερωτήσεις που δεν άντεξαν

όλα είναι ζευγάρια
κι εγώ να βρω τον ορισμό
και την κρυφή την σύνθεση
γιατί κι εγώ ζευγάρι είμαι

σαν κλείνω τα μάτια είναι επικίνδυνα
ο άλλος μου εαυτός δεν αστειεύεται
μου στέλνει όνειρα
και μ’ απειλεί με ξυπνητήρια βόμβες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πραγματικότητα λέω τον δισταγμό
ανάμεσα στην πτώση και το θαύμα

σ’ αυτά που δεν υπάρχουνε
το σώμα καθετήρας
σαν φλέβα που μαρμάρωσε
αλλά θυμάται

τα χέρια πάλι τέτοια διχογνωμία
κάνουνε πως πετούν
και τότε τα γέλια
ραμφίζουν την οικουμένη

υπάρχει σίγουρα ένα μέταλλο που λέει τον ήχο
όπως την ώρα το ρολόι
και νταν
νταν
νταν
ρυθμίζεται το σύμπαν

και όταν όλα σταματούν
μένει ένα ύψος να ρυθμίζει την ζωή
λίγο πιο πάνω από ένα ανθρώπινο κεφάλι
(ας πούμε στα δυόμισυ μέτρα)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
αυτό
που μπήκε μέσα μου ο άγνωστος
ο χίλια χιλιόμετρα μακριά
ή ο ένα δυο μέτρα δίπλα
αυτό το λένε αλληλεγγύη

η αλληλεγγύη είναι η μεγαλύτερη λέξη
δε χάνει ευκαιρία να το δείχνει
με πέντε (χριστέ μου!) συλλαβές –
μόνο στις τρεις τα πέντε σύμφωνά της
και δυο φωνήεντα ελεύθερα σαν τις κοκόνες να φλερτάρουνε
«θέλεις να γίνουμε συλλαβή»;

γεμάτη τόση ελευθερία
τόσο καμάρι ορθάνοιχτο
σαν το μεγάλο το λευκό
ή το μεγάλο μαύρο
αφήνει μέσα της μια Κίνα με χαμόγελα
και μικρές κίτρινες ευτυχίες

έτσι η αλληλεγγύη
αλλιώς η σκιά της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
έχω μια Πατησίων μέσα μου να κάνει φασαρία,
ευτυχώς, ένα Πολυτεχνείο για συκώτι (ανακυκλώνει τα πάντα)
η καρδιά μου πάσχει από μικρές Ομόνοιες
καθώς τα βράδια συνεχίζει να χτυπάει άθελά μου
και μέσα στο κεφάλι μου
χιλιάδες μικροί αστυνομικοί αράζουν στις ασπίδες τους

βλέπω,
και το αίμα μου τρέχει˙
τρένα και γέφυρες και σταθμοί

βλέπω το μέλλον: πλατείες με κίτρινα δέντρα
κι ασημένια ποδήλατα
μ’ ασημένια ντριν ντριν κουδουνάκια

ένας άγγελος πετάει γύρω μου σαν μύγα
το σπίτι του ένα σάπιο πορτοκάλι στα σκουπίδια

τον καταλαβαίνω
καμιά φορά νιώθω έτσι κι εγώ

καθώς με χαζεύω μ’ απορία:
χίλιες φορές θα διαδηλώσω μέσα μου
χίλιες φορές θα με καταστείλω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
όταν ο χρόνος σταματάει στα παγκάκια να ξεκουραστεί
βρίσκω ευκαιρία, του πιάνω την κουβέντα
και ξεχνιέται

έρχεται δίπλα μου μια μπάλα χαμογελαστή
μου κλείνει το μάτι
παίζουμε
εγώ είμαι σκύλος
εκείνη κοκαλάκι

θυμάμαι την ανήμπορη ευτυχισμένη μου ουρά
θυμάμαι τα λαμπρά αυτιά μου που πιάνανε την οικουμένη
τον μακρινό μου φίλο Ντικ του Ρίτσου
που πήγε και μαρμάρωσε στο Σούνιο για να γαυγίζει στη Μακρόνησο
θυμάμαι όσους με κλώτσησαν –
αυτούς τους θυμάμαι περισσότερο

ήταν ένα κορίτσι σαν γατάκι
πήγαινε και χωνόταν κάτω απ’ τ’ αυτοκίνητα
το ‘παιρνα στην πλάτη να διασχίσουμε τους δρόμους

ο χρόνος δεν γελιέται συνεχίζει την βόλτα του

ακούω ένα νιαούρισμα
γυρίζω το κεφάλι μες τον χειμώνα:
χιλιάδες ψάρια σπαρταράνε στους δρόμους
βρέχει συνέχεια
αλλά τα ψάρια πεθαίνουν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
και λέτε τη σιωπή σιωπή
για να κυκλώνετε την γνώση
και να ‘χετε μια βεβαιότητα
έστω το άγνωστο το στρογγυλό ουράνιο σώμα

ακούω τον ήλιο να γαυγίζει
το φεγγάρι να ουρλιάζει (αμάν πια)
και υποτίθεται πως πρέπει ν’ αντιδράσω

κι εγώ τετράποδος κουνάω την ουρά μου
κι εσείς νομίζετε πως μου περάσατε λουρί

δεν χρειάζομαι βεβαιότητες
έχω ξυράφια σε κορμούς δέντρων
και ξέρω πώς σφάζουνε τους κόκορες προτού μιλήσουν

σου λέω η αθωότητα είναι το τραγούδι των κυνηγημένων

κι ύστερα,
σιγά,
δεν είναι κατόρθωμα ν’ ανασαίνεις
άνθρακες κι οξυγόνα
κι αν έχεις κι απ’ αυτό
ίσως και λίγο στήθος

τις σάρκες μου τις τρώνε γλάροι
των ωραίων Αιγαίων σας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

στις τέσσερις τα ξημερώματα
το σπίτι μου είναι χίλιοι τόνοι τσιμέντο
που ταξιδεύουν
βγαίνω να πάρω τσιγάρα
στο περίπτερο είναι ένας ποιητής κι ένας πιωμένος άγγελος
τους διακόπτω κι εκνευρίζονται
«καλά» λέω και παίρνω κάτι που μου δίνουν

στον γυρισμό είναι ο Στίγκας
«πώς ήταν ο δρόμος μέχρι το περίπτερο;»
«αφού ξέρεις, τι ρωτάς κι εσύ;»

γυρίζω και πέφτω για ύπνο
όταν ξυπνάω είναι πούπουλα παντού και γόπες
«τον πούστη δεν μπορεί ν’ αλλάξει μάρκα;»

κάποιος μου ‘χει αφήσει ένα σημείωμα

κάθε φορά τα ίδια
ποτέ δεν βγάζω λέξη

δεν έχω κάτι να σου πω
(ίσως να ‘χω μια απάντηση στην επόμενη σελίδα)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

η ποίηση είναι ένα κάτι
όχι ένα περίπου

άμα ήταν ένα περίπου
θα της έμοιαζε
όπως τόσα που της μοιάζουν αλλά δεν είναι

ότι είναι μπλε δεν είναι φεγγάρι άλλωστε

και καλά, εντάξει, άστο το φεγγάρι είναι χρεωμένο
ότι είναι μπλε δεν είναι δρόμος

η ποίηση προχωράει πλάγια
σα να φοβάται κάτι

αν ήταν χορδή
δεν θα υπήρχαν κιθάρες (κι ίσως να μην υπήρχε ο κόσμος)

αν ήταν άνθρωπος
θα ‘ταν γυναίκα αμίλητη
που ψάχνει την τσάντα της περπατώντας

κι αν ήταν πόλη
θα ‘χε πύλες εφτά σαν Θήβα
αλλά μόνο για να μπαίνεις
άρα ποιος θα γυρνούσε να μας πει γι’ αυτήν;

ή μήπως τα νεκροταφεία δίνουν εξιτήριο;

– κανείς –

ωραία,
έξω απ’ το παράθυρό μου είναι ο ωκεανός τώρα
οι γλάροι μας περιμένουν (όλους μας φίλε, όχι μόνο εμένα)

πάμε να κολυμπήσουμε πρώτα λοιπόν
και άμα βγούμε ζωντανοί μιλάμε

τι λες; το κάνεις;

 

 

 

 

 

την ακούω όταν έρχεται στον ύπνο
μέσα από κατεστραμμένα νερά
και φλέβες μεγάλες σαν ποτάμια

σκύβει μπροστά μου όπως θα ήθελα
και μου δείχνει το στήθος της –
θέλω τα σημάδια της

οι φλέβες χτυπάνε γρήγορα
η κόλαση ανοίγει τα χίλια της παράθυρα
τα κτήνη είναι χέρια που περπατούν

το στόμα της είναι μια σπηλιά που κατοικούν λιοντάρια
το σώμα της ένα μάτσο κόκαλα και σάρκες που ουρλιάζουν
τα δόντια μου ψάχνουν την ζωντανή καρδιά της

ή μέσα ή ποτέ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

αυτό που με τρώει
ότι ήταν να πάρει από μένα το πήρε˙
τώρα του δίνομαι οικειοθελώς
τι σημασία έχει η όραση πίσω απ’ την όραση καμία
απλά θυμίζει κείνη την έλλειψη
όπως τα νύχια το ασβέστιο

άμα πέσεις
δεν θα ‘σαι παρά ένα μήλο –
μικρό το κακό –
το χώμα είναι ένας σοβαρός προορισμός
σε κάθε του εκδοχή

αν σε γεννήσει όνειρο να ‘χεις το νου σου:
να ξεκοιλιάζεις τις ιδέες όπου τις πετυχαίνεις
να μην φας από σάπια αγάπη
να μείνεις τέτοιος πόλεμος

δεν πάνε όλο χαρά στην σιωπή
δεν πάνε όλο χάρη σε κηδείες

κακώς

μετά τα χίλια δηλητήρια
είναι ο τόπος ο ωραίος
όπου οι ερωτήσεις είναι ελάφια και μονόκεροι
κι ο φόνος νόμιμος (νομίζω πως το ήξερες αλλά το λέω)

όσο κι αν κάρφωσα σταυρούς ανάποδα
δεν βρήκα ένα κακό να με γλιτώσει
ένα καλό να με παρηγορήσει

 

 

 

 

 

 

 

 

ευτυχώς που θυμάμαι την αιωνιότητα
τα βράδια σε ξένες πυλωτές σαν κλέφτης
και στα οικόπεδα που μείνανε οικόπεδα

κι έτσι σε κάθε γειτονιά
υπάρχει ένας αρχαίος αραμπάς
για τα σκουπίδια
τα περισσεύματα τόσης αγάπης

χάθηκε ένα καλοκαίρι δίχως ήλιο;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
σύντομη είναι η ζωή
κορίτσια ερωτευτείτε
πριν το κόκκινο χρώμα
ξεθωριάσει απ’ τα χείλη σας
πριν τα κύματα του πάθους σας
κωπάσουν μέσα σας
για όλους εσάς
που δεν θα δείτε αύριο
(τραγούδι από την ταινία «Ο καταδικασμένος» του Α. Κουροσάβα)
όλη του τη ζωή αντάλλαξε με ένα πάρκο
για να προλάβει να πεθάνει δίχως μοίρα
κι έτσι γονάτιζε ως τα πατώματα της ασχήμιας
βέβαιος για το κατρακύλισμα των πόντων
ευτυχισμένος σαν φρεσκοσφραγισμένο σχέδιο

έμοιαζε με παλιό συρτάρι
που ‘χει την πίστη στο αδύνατο κλειδωμένη
τόσο υπέροχη δίχως κλειδί
(κι ας μην περίμενε ούτε μισό ουρανό)

τα ηλιοβασιλέματα του άρεσαν οι σκιές
γιατί του θύμιζαν εκείνον
κι είχε ένα παιδικό μηχανικό παιχνίδι
σαν όλο το νόημα της ζωής του –
απ’ το πολύ το πάθος φέγγιζαν τα μάτια του

την ώρα που ο καρκίνος μέσα του νιαούρισε
παρουσιάστηκε σ’ εκείνη την εξέγερση της καλοσύνης
που λέγεται άνοιξη
και χίλιες Ασίες του τραγούδησαν
κι οι πεταλούδες έρχονταν στις σταγόνες του ύπνου του
μ’ εκατομμύρια πτήσεις
κουβαλώντας χρώματα

στην γαλάζια πλάτη του ήταν ένα γέρικο μουλάρι
στο κίτρινό του πρόσωπο μια έρημος υπαλλήλων
στα κόκκινα χέρια του παιδιά
παιδιά και νερά

πρόλαβε να πεθάνει τελικά ο κύριος Βατανάμπε
ο ήρωας του Κουροσάβα
και να τον θάψουν δυο φορές
μία στο χώμα
και μία στα χαρτιά του γραφείου του

 
Δύο δημοτικά τραγούδια

1. (κλέφτικο)

διπλή μωρέ διπλή ζωή που κάνουμε
εμείς οι ποιητάδες
δυο με- μωρέ δυο μέρες το ζυμώνουμε
την τρίτη μας χαλάει
πρωί νωρίς πρωί νωρίς κοιμόμαστε
πρωί νωρίς ξυπνάμε
και βρά- μωρέ βράδυ ποτέ δεν βλέπουμε
το βράδυ μέσα είναι
αγάπη δεν μας έτυχε κανονική
το άγνωστο αγαπάμε
και σαν μωρέ σαν φορτηγά της εθνικής
ολοένα στα ταξίδια

 

 

 

 

2. (παραλογή)

κάπως έτσι η λεμονιά
έβγαλε μήλα
την είδε ναυτικός κοιτώντας στα μάτια καρχαρία
μέσα σε τόσα κίτρινα
την είδε που κοκκίνιζε
«την άλλη την φορά θα ταξιδέψω σε πηγάδι
να μπω στη ρίζα σου να τρέξω τον κορμό σου»

έτσι ποτίζεται το σύμπαν
με τσίγκινους κουβάδες

γι’ αυτό ακούς το βράδυ το φεγγάρι ξεδιψώντας

 

 

 

 

 

στην Δόμνα Σαμίου, το μάτι του λαού

οι λαοί έχουν καρδιές πρωτόγονες
τρώνε σάρκες λατρεύουν τα μάτια˙
οι δημοκρατίες τους οι τσακίρικες
αλλάζουν μες τις εποχές –
με το κρύο διαλέγουν αφέντη,
με την ζέστη γυμνώνονται και τον πετάνε στα σπαρτά
να τον σπαράξουνε τα χώματα –
αφέντη λεν το πιο μεγάλο δέντρο στο χωριό μου
(ψέματα λέω αλλά θα μπορούσε)

κι αυτή η λιποταξία
να παρατάς τον εαυτό σου σύξυλο
χωρίς να βγεις να μαζέψεις λίγο αίμα από τον κήπο
λίγες καρδιές απ’ την μηλιά;
και να ‘ναι το αηδόνι στο νοσοκομείο
να μην μπορεί να τραγουδήσει;

εμένα πάντως η φύση μου Δόμνα
με περιμένει σ’ ένα παπούτσι

η δικιά σου πάντα θροΐζει

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

λοιπόν
οι επαναστάτες ποιητές (και γενικά οι επαναστάτες)
παρουσιάζουν συχνά ένα πρόβλημα με τ’ όνειρο:
το ξέρουνε πριν μπούνε

κι άμα δεν είναι σκοτεινά γιατί ν’ ανάψεις;

αλλά τα ίδια δεν κάνανε και με τις σημαίες;
το 1917 σχεδιάσανε το ασχεδίαστο
το 1989 το σχέδιο κατέρρευσε
κι αντί να σκίσουνε τα σχέδια
σκίσανε τις σημαίες –
οι ίδιοι που κάνανε τα μεν κάνανε και τα δε, είμαι σίγουρος
παρότι πια δεν ζούσαν
και μέχρι τώρα θέλανε να λέγονται κι επαναστάτες

λοιπόν,
να σκίσω χίλια ποιήματα ναι
αλλά την ποίηση πώς;

για σας που δεν πιστέψατε ποτέ σε κάποιο στήθος
για σας που δεν πιστέψατε ποτέ και πουθενά
κι ας ξέρατε ότι δεν έπρεπε να εμπιστευτείτε
γιατί έτσι πάνε στο άγνωστο, μονάχοι, δίχως πατερίτσες
μην ακουμπάτε τις σημαίες μας
μην κάνετε τους καθοδηγητές
και βασικά,
μην μιλάτε

α, και μην με διαβάζετε παρακαλώ –
στην τελική,
για σας που είστε στην αρχή και το παίζετε δάσκαλοι
υπάρχουνε μπαλόνια και χαρταετοί
αγάπη σε κουτιά
και προφυλακτικά με γεύση:
διαλέχτε και πάρτε

 

 

(να βγάλω κι εγώ το άχτι μου)

 

 

 
η πόρνη μου είναι μια βιολέτα
που σιχάθηκε τις πεταλούδες˙
την κόβω εύκολα με τόσο ασπρόμαυρο στο γέλιο μου –
έτσι κι αλλιώς, αυτό ζητούσε:
να πέσει ψηλά από το μωβ της έρεβος
μέσα στα πόδια της η αγάπη

κι εκείνη να σέρνεται πίσω από παράθυρα
κανείς να μην το ξέρει πια
πόσο βιολέτα είναι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
θυμάμαι που η γιαγιά μου έτριζε τα δόντια της τα πίσω
(δεν καταλάβαινα γιατί)
τώρα όταν ακούω τα βράδια τόσο τρίξιμο
με πιάνουν παραμύθια

 

εκεί που έφτασα έχω ξαναφτάσει
αλλά όλο πάω
ο καιρός σε κοροϊδεύει
ο καιρός σε φροντίζει

εκεί που έφτασα δεν έχει τίποτα
αλλά να, είναι κάπως έτσι ας πούμε:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
θα ‘ρθει μια μέρα που η ποίηση θα ‘ναι χαρούμενη˙
αυτή είναι μια πολύ αστεία σκέψη

έτσι,
ανεβαίνω στις καρέκλες για δύο λόγους:
ο ένας για να βιδώνω λάμπες
ο άλλος για να σας κοιτάζω στα μάτια

τον τρίτο είπαμε,
δεν τον λέμε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
θα γράψω τίποτα στο μέλλον
γι’ αυτό

μην μου μιλάς για τίποτα
κρεμιέμαι στα καλώδια
πίσω μου σπάγκοι και πολύχρωμες ουρές
να φτάσω εκεί που φτάνει ο καιρός να γκρεμιστώ ανάποδα
να γράψω τίποτα στον ουρανό
να με μισήσουν κι οι ορίζοντες
(παλιά συνήθεια αυτή)

θ’ αντιταχθώ μέχρι το τελευταίο κόκαλο
μέχρι το σύρμα το βαθύ
γιατί αλλιώς δεν είμαι

αύριο θα ‘μαι το ερείπιο μιας ξεχασμένης λύπης
σήμερα εκπροσωπώ έναν εθισμό

πάντοτε γίγνεσθαι μ’ αστέρια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

έχεις ακούσει κάποιους να λένε, μπερδεμένοι ίσως,
«εγώ δεν διαβάζω ποίηση, λογοτεχνία διαβάζω»;

και πράγματι δεν έχουν άδικο
καθώς η ποίηση είναι κάτι διαφορετικό˙
έχει μια θέση μέσα σ’ όλα
κυρίως έξω απ’ τα ποιήματα

τα ποιήματα είναι τα παπούτσια της –
τα δικά μου είναι σκονισμένα
γιατί πατάνε στους δρόμους

φορέστε τα και τρέξτε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

όταν δεν υπάρχουν άλλα πρόσωπα
παρά μόνο το πρώτο
ο κόσμος είναι ένας κι αδιαίρετος
ροδάκινος στο σχήμα

όταν δεν υπάρχουν άλλες γλώσσες
παρά μόνο η πρώτη η παγκόσμια
συμβαίνει ο χρόνος

όταν υπάρχει μια χοάνη
για να πέφτει η βαρύτητα
εκεί τα πάντα ξεκινάνε˙
και ξεκινάνε πάντα

γίγνεσθαι μέσα σε λάθη και λεωφορεία
γίγνεσθαι μέσα σε γραφεία και κίτρινα εργοστάσια
γίγνεσθαι στην Ελευσίνα μέσα στο μεθάνιο
γίγνεσθαι μες τα νεκρά λουλούδια από θειάφι

γίγνεσθαι εκείνη η τομή
η μία, η μοναδική, η περιπέτεια
η πολιτική
που βρίσκεται στο τέλος όλων των συμφερόντων και των τάξεων
και στην αρχή κάθε βαδίσματος

γίγνεσθαι το βλέμμα το ανθρώπινο

εγώ
ο Μεγάλος Άχρηστος
ό,τι πιο άσκοπο σ’ αυτή την γη
γεννήθηκα απ’ την χοάνη
και γύρισα σ’ αυτή

είμαι μέσα˙
ιστοί αράχνης γύρω μου

η αράχνη είμαι εγώ
και τούτο το τραγούδι μου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: