ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ 2

μηδέν το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού
οι λέξεις υψωμένες στο άπειρο εκεί κατάντησαν
και τα κομπιουτεράκια έχουν τρελαθεί

το καλό μου συμπέρασμα:
το άπειρο είναι ένα δέντρο
που γέρνει στην άκρη του κόσμου

κι ο κόσμος μια λέξη που πέφτει δίχως τελειωμό

όταν επιτέλους ακουστεί το «γκαπ»
τότε θα σχηματιστεί το ένα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
ο ηλεκτρικός πιάνει την κουβέντα στο μετρό:
«παλιά δεν μου την έβγαινες»
«παλιά δεν υπήρχα ρε κωλόγερε»

η Αθήνα περνάει απ’ την Πειραιώς για το λιμάνι:
«σιγά τα καράβια σου μωρή Τρούμπα»
«σιγά τα ψάρια σου τα κατεψυγμένα
εγώ με Μικρολίμανο κι εσύ με τις καντίνες»

γέρνει λιγάκι ο Λυκαβηττός:
«Ακρόπολη τι κάνεις αγαπημένη»;
«φύγε ρε βλάκα, έχω τουρίστες και συμβασιούχους στα μουσεία μου»

το Κολωνάκι βγαίνει για την βόλτα του την πρωινή:
«να πάρω σολωμό για την γατούλα την Τιτίκα»
και η Τιτίκα
«να φέρω τον μάγκα μου τον κεραμιδόγατο να σε ξεσκίσει»

μετά από τόση Αττική
φτάνω ως τα νησιά της
ακούω τον Σαρωνικό
να μιλάει για καρχαρίες
και γελάω

«έχεις τόσο φως
τόση κορυφογραμμή
και πουλάς νταηλίκια»;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

κάποτε το χέρι μου πόνεσε πολύ
και γέννησε ένα έκτο δάχτυλο

τώρα,
όταν μουντζώνω κρατάω κάτι και για μένα
(ή έρχεται πίσω μόνο του)
όταν χαϊδεύω είμαι πιο σίγουρος
κι όταν τα πράγματα είναι ανυπόφορα
έχω να δώσω κάτι πιο ανθρώπινο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

τα βιβλία δεν είναι στα βιβλιοπωλεία
(τα βιβλία είναι οι άνθρωποι και οι δρόμοι)
στα βιβλιοπωλεία είναι το απαραίτητο κόστος τους

η πρώτη γενική απεργία του βιβλίου είναι γεγονός
συγκέντρωση στο Σύνταγμα

οι εγκυκλοπαίδειες: και τι μάθατε ρε;

οι θετικές επιστήμες: πρόσημο να βάλετε στη μάπα σας
εμείς στην πράξη αν είμαστε κάτι
είμαστε άρνηση

οι ανθρωπιστικές επιστήμες: πότε θα γίνουμε επιτέλους θετικές;
(αυτές ρεφορμίζουν λίγο)

αρχαίοι έλληνες συγγραφείς: μόνο ο Ζαχαρόπουλος, μόνο αυτός-
μένει να μας βάλετε και εικόνισμα τώρα
(οι Βαυαροί τα φταίνε, εμείς δεν θέλαμε
να λατρευτούμε)

το Κεφάλαιο: σύντροφοι αλυσίδες!

τα Άπαντα του Λένιν: όλη η εξουσία στις σελίδες!

οι λυρικοί ποιητές: ω χάρτινη σιωπή! ω πρώτη ύλη κι ω εξώφυλλα ερωτικά!

ο Ρεμπώ: οι μεθυσμένες μου εκδόσεις ως την οδό Αβησσυνίας αριθμός μηδέν
να βρω την κόλαση ξανά
μέσα στους φιλολόγους

τα βιβλιοπωλεία παρέταξαν τα πιο σκληρά καθάρματα τα ράφια
πετούσαν κούτες, τιμές και αποδείξεις «μόνο γι’ αυτά αξίζετε»
τα πιεστήρια σφυρίζανε αδιάφορα
και τελικά μες τη συγκέντρωση
κάποια τραγιάσκα που πετάχτηκε: ποιος τη ζωή σας ποιος την κυνηγά;
να γίνετε τραγούδια
να εντυπωθείτε ως μελανιές

τέτοιο Σύνταγμα ούτε ο Μακρυγιάννης

 

 

 

 

 
ασπρόμαυρο
έχει ένα νόημα

μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο των χρωμάτων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

κάθονται οι ποιητές στις στροφές
και τις μετράνε με χάρακες
εκατοστό εκατοστό
να βρουν όλη την καμπύλη
μην τους ξεφύγει τίποτα

εγώ να κάθομαι ψηλά και να κοιτάω
«ελάτε εδώ ρε
και κάντε μια αναγωγή,
τι τρώτε τα μουστάκια σας»;

«κι εσύ χωρίς να ιδρώσεις θες να λέγεσαι»;

τους δείχνω το σκοινί που ανέβηκα

«εγώ πηγαίνω μόνο ευθεία»

βαρέθηκα πια,
πάω να βρω τίποτα αθώο να το σκοτώσω

(άλλη δουλειά δεν είχα)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

η σκοτεινιά σας ρε νούμερα
δεν έχει σχέση με την ποίηση

άλλο η ρήξη και το θαύμα
και άλλο το κρεβάτι σας

κι όποιος προβληματίζεται άσκοπα
του αρκεί ένας διακόπτης

για τους υπόλοιπους
υπάρχει το «διότι» του μαχαιριού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

το βλέπω να φύεται
και το θαυμάζω έτσι που γεννιέται
άλλοι περιμένουν έγκριση
αυτό δεν κάνει υπομονή

φωνές γιαγιάδων σε ηπειρώτικα φαράγγια
και χείμαρροι θεριά στα μέσα

το βλέπω να σέρνεται
και το θαυμάζω έτσι που ανέχεται να ζει
άλλοι περιμένουν απ’ τις τράπεζες
δάνειο να τους πληρώσει τα φτερά

λευκά μαντήλια καλαματιανά
βουνά τα μάτια μας
βροχές τα μάτια μας
και πανηγύρια έξαλλα

το βλέπω να κοιμάται
το αγαπώ βαθιά
που μου τα δείχνει όλα

η Αθήνα ένα χωριό που χάθηκε
παλιά ήτανε πόλη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
τρέμω τρέμω
μην ανακαλυφθούν οι στίχοι που πέταξα

εσείς τι θα κάνατε με τόση σαβούρα;
«εγώ ναρκοπέδια» λέει ο Καρούζος
και μου νοικιάζει τις χαρτοπετσέτες του
«εγώ χειραψίες δίχως φως» ο άλλος Νίκος ο Ασλάνογλου
στο νεροχύτη πλένοντας τους στίχους στα σκοτάδια
«εγώ θα τάιζα μεσάνυχτα» λέει ο Σαχτούρης όρθιος στο μνήμα του

«εγώ ηλιοθεραπεία» ο Ελύτης κι ούτε Οδυσσέας ούτε τίποτα
(δεν τον ρώτησα ποτέ αυτόν, δεν ξέρω γιατί απάντησε)

τρέμω τρέμω
εγώ ούτε δυο χέρια δεν μπορώ να φτιάξω
να βγάλω έστω τα μάτια μου
χωρίς να φταίω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

έχω έναν φιλόλογο μέσα μου
να διορθώνει γραπτά

αλλά έχω και μαθητές
χιλιάδες από δαύτους
και θρανία σκαλισμένα

διαλείμματα και καταλήψεις κι εκδρομές
βαθμοί, εξετάσεις, διαγωνίσματα
κι ο διευθυντής ο νους μου
πρέπει επιτέλους να παραιτηθεί

το Υπουργείο της λογοτεχνίας:
«πρέπει να συνετιστείτε»
πορεία εγώ
συγκρούσεις με τους μπάτσους
αλλά εδώ δεν είναι Σύνταγμα πουλάκια μου

εδώ κάνω εγώ ότι θέλω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

αν δεν είχε γραφτεί ποτέ πριν
άλλο ποίημα
κι έπρεπε εγώ να γράψω ξαφνικά το πρώτο
θα έλεγα:

πάλι τα ίδια; άλλη δουλειά δεν έχουνε
να βάζουνε εμένα;

κι έτσι το πρώτο ποίημα θα ήταν το: «πάλι τα ίδια»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ήταν εκείνο που κουβάλαγα
και δεν με άφηνε σε ησυχία

το πέταξα μια μέρα από ψηλά
και ούτε προσγειώθηκε ούτε πέταξε

το φούνταρα στην θάλασσα τσιμεντωμένο
το ‘φεραν πίσω τα δελφίνια

το ‘δωσα στη μάνα μου
κι έγινε νεράιδα και μου ‘κλεισε το μάτι

φιλιώθηκα μαζί του
και κλείστηκε στα μέσα του
τώρα δεν μιλάει

και πώς μου λείπει

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ήρθε ο θάνατος να παίξουμε
του λέω «τι;»
μου λέει «ρουλέτα»
του λέω «δεν ξεκινάω μ’ έξι σφαίρες στον μύλο»
μου λέει «εγώ δεν ξεκινάω ποτέ
άρα να φεύγω τώρα»
«από κει που ήρθες, στο καλό» μπερδεύτηκα

«αλλά την άλλη την φορά
εσύ θα ‘ρθεις σε μένα»

«δεν πας να γαμηθείς
λες και σε ήξερα από χτες
που θα μου πεις εμένα» έγινα μανιακός

έχω μια σφαίρα στο συρτάρι για να σκέφτομαι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
όταν δεν είμαι και πολύ καλά
σκέφτομαι πώς γδέρνουν το φεγγάρι

όταν δεν είμαι ορατός
ακονίζω την άνοιξη

κατά βάθος απροσδόκητο
υπάρχει ένας μπαλτάς για όλους
κι ευτυχώς μια χαρακιά
στο πρόσωπο του θεού

κι εμείς το αίμα της

σκέφτομαι ότι όταν έσταξα στην γη
οι εποχές ήταν αγέννητες ακόμα –
ήτανε μόνο άνθρωποι που περπατούσαν –
και μες τα λατομεία μου κατευθύνονταν σμήνη εντόμων

αναρωτιόμουν πού να βάλω την τελεία

περνάει ο ένας λέει «σε κάθε τέλος»

περνάει άλλος λέει «όπου σου καπνίσει»

περνάει ένας τρίτος «στον πάτο σου»

τον χαιρετώ εγκάρδια καθώς δεν χρησιμοποιώ τελείες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

το μόνο αιώνιο
είναι το Ιόνιο
αν ήμουν σκώρος
θ’ αναζητούσα κάποιο νόημα στα ρούχα
κι αν ήμουν περιστέρι στην πλατεία Συντάγματος

όμως το μαλλί έχει το νόημα του χιονιού
δεν ταιριάζει στην μέσα ρήξη μου
κι οι άγγελοί μου απ’ την άλλη
με ταΐζουν πασατέμπο
καθώς τσιμπάω ηλίθιος τα τσιμέντα

με λίγα λόγια
δουλειά μου είναι ο κατακλυσμός
όταν εσείς δεν ξέρετε
ότι ήδη βρέχει

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
εγώ το διά ταύτα το ματώνω
μέχρι το κατσαβίδι να στραβώσει
κι ύστερα εξετάζω αν έφτασαν τόσες γροθιές
για να ξυρίσουν τον αέρα

είναι γελοίο να ξυπνάς
κι ακόμα μονοπάτια
είναι γελοίο

ούτε αυτό που βλέπεις με το στήθος έχει νόημα
ή αντέχεται

Προμηθέα το συκώτι σου γιατί το άφησες εδώ αγόρι μου;
ο αετός μου είναι χορτάτος

κι έρχεται στ’ όνειρο η γραμματική
πώς να την κλίνω απ’ την αρχή
την ψυχή ψυχούλα
και λέω η γενική στο γόνατο ή στη μέση (όπως προτιμάς)

παρ’ όλ’ αυτά
υπάρχει η αγρύπνια
υπάρχουν και τα χέρια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: