ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ 1

Pericles Logerakis
Λίγα λόγια για τον γράφοντα (λήμμα από την Wikipedia):

Ο Περικλής Λογεράκις, δεν γεννήθηκε ποτέ. Τον βρήκαν γλάροι σ’ ένα καλάθι, μωρό, ξεβρασμένο σε λύματα. Υπολογίζουν ότι η μάνα του είναι η Δήλος και πατέρας του ο Ταΰγετος.
Όταν καθαρίστηκε απ’ τα λύματα, τον βάλαν σε μια κούνια, σ’ ένα οικόπεδο της Αθήνας. Οι γλάροι τον μεγάλωσαν με ψάρια. Ερχόταν ο Νίκος ο Καρούζος και του σκούπιζε τα ψάρια απ’ τα χείλη με τις μεθυσμένες χαρτοπετσέτες του. Παίζανε μαζί με χειροβομβίδες κι ανατινάζονταν μέσα σε γέλια.
Σχολείο δεν πήγε – δεν προλάβαινε. Έτρεχε με ποδήλατα στον πόλεμο, έφτιαχνε ψεύτικα περίπτερα και βιαζόταν. Τον ταλαιπωρούσαν ψεύτικες ημικρανίες.
Αφού κατούρησε πολλές αυλές κι αφού βασάνισε τα ωραία μερμήγκια (τα καλύτερα ήταν εκείνα τα κόκκινα της άμμου, με τα μεγάλα πόδια και τις γεμάτες κοιλιές που τρέχαν γρήγορα και τσιμπούσαν καμιά φορά), με τα γόνατα ματωμένα, αποφάσισε να δουλέψει.
Έγινε μεταφορέας σύννεφων και μπέρδευε το meteo.gr, οπότε τον απέλυσαν. Απελπισμένος πια, σπούδασε τα μεσάνυχτα (η νύχτα τον επεδίωκε).
Μια μέρα ήρθε ο Αρθούρος Ρεμπώ το γαλλάκι, με τ’ ασπρογάλαζο μάτι, το στενό του κρανίο και την αγαρμπισιά στην πάλη. Παίξανε μπουνιές. Ο Ρεμπώ του είπε λεπτομέρειες για την κόλαση (αναμενόμενο) και πώς «θα είσαι ελεύθερος ν’ αδράξεις την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή και σ’ ένα σώμα». Ο Περικλής χαχάνισε μ’ αυτό το αστείο. Ύστερα από χρόνια του απάντησε: «όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή, σα λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή». Τέλος, τον χαστούκισε.
Έκτοτε, τρέμει ανάμεσα σε όνειρα και βιβλία από προσφορές. Λυπάται για όλους όσους πάνε σκυφτά, για τους σκλαβωμένους και τους άθλιους κι επιθυμεί διακαώς την λευτεριά τους.
Δεν ξεχωρίζει καθόλου μέσα στο πλήθος: κοιτάζει τα τροχαία περίεργος για άλλους κόσμους.
Θα τον βρεις μόνο με τ’ όνομά του. Το όνομα είναι αυτό που μένει και σημαίνει. Η λέξη αυτή, το ρήμα «σημαίνει», ήταν πάντοτε μια καμπάνα στ’ αυτιά του.
Μια μέρα, όταν ήταν παιδί και παίζοντας κρυφτό σε κάποιο νεκροταφείο, είδε όρθιο το φάντασμα του Σαχτούρη που ξενυχτούσε πάνω σ’ ένα ποίημα. Ο ποιητής του είπε…

 

 

 

 

 
(λέει ο Σαχτούρης μάλλον)

άμα νεκρώσει κάτι
οι ύπνοι αμέσως πώς φιλιώνουν

α, να γραφτεί η ποίηση των γελοίων
καθώς πέφτουν
σαν παλιά σοκάκια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
έχω δυο τρόπους στην ζωή
και δυο στον θάνατο:
είτε γαντζωμένος απ’ τα δευτερόλεπτα
είτε με μια γρήγορη καλημέρα

έχω κι έναν τρίτο αλλά δεν τον λέω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
η κόλαση είναι γύρω μας το μεσημέρι
όταν όλα βαίνουν καλώς

τα βράδια,
μην μπερδεύεσαι,
είναι η ανάμνησή της

η κόλαση έχει κάτι λεπτομέρειες
που τις περιφρονούνε˙
ας πούμε έχει βουητό
κόρνες μέσα σε δωμάτια
ανθρώπους μέσα σε βιτρίνες
σουβλατζίδικα με δικηγόρους που τρώνε στα όρθια –
σίγουρα κάπου, άνεργους που ιδρώνουν σε συνεντεύξεις για δουλειά –
έχει και ζευγαράκια η κόλαση
που δεν υποψιάζονται τον κόσμο
ή ανθρώπους που μετανιώνουν όλη μέρα

έχει και παρενθέσεις (ίσως)

με τόσες λεπτομέρειες που τις περιφρονούνε
η κόλαση μοιάζει με την μέσα Αθήνα

σβήνω το φως κι εξαφανίζονται όλα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
η γέννηση είναι ύποπτη για τους γεννημένους
κι η άνοιξη για τις μυγδαλιές
που ρίχνουν τα κουτσόκλαδά τους για να σε καταπιούν
οι σφήκες μες τις φλέβες σου λυσσομανάνε

δεν πειράζει
πρόλαβα κι αφηγήθηκα τον βράχο εκείνο που ταξίδεψε
κι όλα τα καθημερινά ναυάγια
που πέρασαν απ’ τον καιρό του

ύστερα, τράβηξα από μέσα μου τον χαζαπλάστη θεό
χρατς
ανοίγει το στήθος
«δες»

συλλαβές καθώς πέφτουν με θυμούνται
και λέω

«ιδέ ο ποιητής κουβαλώντας καφενεία στην πλάτη του»
«ιδέ το τσιγάρο του μέσα στον άνθρακα της υφηλίου»
«ιδέ το ποίημα στο κομποσκοίνι του νεκρού»

σκέφτομαι με τα γόνατά μου
τ’ ορκίζομαι στις φτέρνες μου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
γυρνάς τυχαία το κεφάλι:
τα χέρια έχουν μια κρυφή ζωή

πονάς: επιτίθενται στο σώμα να το σπαράξουν
πόλεμος: στους άλλους για να επιβιώσουν
Χριστέ μου: στα μάτια γιατί δεν αντέχουν

τα μάτια δεν είναι φτιαγμένα για τους ανθρώπους

μια μέρα κοίταξα κάποιον που περνούσε –
τώρα δεν σπαταλάω τον χρόνο μου –
κι έτσι κατάλαβα
κι έτσι προχώρησα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πετάγομαι μέσα στα αίματα:
βάζω το ξυπνητήρι ένα τέταρτο μετά
τα χέρια μου γλιστράνε
με όραση λιγότερη

όλα τα κυπαρίσσια μου
όλες μου οι λάμπες μες την θύελλα –
τις κουβαλάνε γλάροι στα ράμφη τους –
το μέταλλο της αγάπης
που το χτυπάνε μουσικές και μιλάει

μέσα στα ντριν ξυπνώ
και δίπλα μου φτερά σπασμένα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ο ήλιος που ‘χω στο λουρί μου
δεν γαυγίζει πια
κατουράει τα δέντρα
και την άνοιξη τρέχει σ’ όλο τον κόσμο

τότε,
το μόνο που γερνάει είναι ο χρόνος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

είναι το λαϊκό ξενοδοχείο,
η πιάτσα των ταξιτζήδων,
το φωτισμένο αμαξοστάσιο,
την ώρα που ξημερώνει,
τα πιο σημαντικά μέρη

γυρνάς γυρνάς γυρίζεις
δεν κοιτάς πίσω πια –
θυμάσαι σώματα εκκλησίες
θυμάσαι περηφάνιες όρθιες που βάδιζαν
δίχως νόημα

γυρνάς γυρνάς γυρίζεις
σε πιάνει η ώρα απ’ το λαιμό
την χαστουκίζεις –
το ρολόι στο χέρι σφίγγει και μπλαβιάζουν τα δάχτυλα –
ό,τι κι αν έχω μες την τσέπη μου πάρτο και φύγε
σε παρακαλώ

γυρνάς γυρνάς
γυρίζεις
κι ούτε μια γιαγιά να σου δώσει καραμέλες

οι φίλοι μου Χριστέ μου,
οι φίλοι μου μεγάλωσαν!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

είναι το κίτρινο χωριό μες τον καθρέφτη
έχει ερημώσει τώρα
και φάνηκα εγώ
πίσω απ’ τα πεσμένα κεραμίδια
άτεγκτος του τσιμέντου
με λίγο μάρμαρο για τις νεράιδες

έρχονται οι μπουλντόζες κι οι φονιάδες
τώρα περνάει η εθνική απ’ το κίτρινο χωριό
κι οι κοίτες τρελαμένες σηκώνονται τα βράδια

κάνουνε γενική συνέλευση:
«συντρόφισσες κοίτες να κατεβούμε στην Αθήνα
να μάθουν την αλήθεια
και να ζητήσουμε την κρατική βροχή που μας χρωστάνε
για τούτη την καταστροφή»

δεν γίνεται με επιδότηση ν’ αλλάξετε χρώμα

θα πλημμυρίσουμε σύντομα
κι εγώ θα παίζω στο καινούριο μου ποτάμι
κάτω από το σπίτι μου
κατουρώντας ευτυχισμένος τα ηλιοβασιλέματα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

πέφτουν για ύπνο τα μεσάνυχτα
και αφαιρώ τις ώρες

τα μεσημέρια χτυπάνε κάρτα
και τις προσθέτω

αυτή η ποίηση είναι εντατικοποίηση

εμάς η υπεραξία μας είναι τα σήμαντρα του κόσμου
οι παραγωγικές δυνάμεις εργοστάσια για μουσικές
διεκδικούμε:
ελεύθερη πρόσβαση στο άγνωστο (μας το κρύβει ο ήλιος σας)
βασικό μισθό δύο χιλιάδες χαρτοπετσέτες το μήνα (για να σκουπίζουμε τον δημόσιο χλευασμό)
επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (ξέρετε τι ‘ναι να μαζεύουμε τα σκουπίδια των βλεμμάτων σας;)
οινόπνευμα εντριβής (όταν πας να σηκώσεις τον κόσμο πιάνεται η μέση σου)

αλήτες ατσαλάκωτοι
επιδοτούμενοι συγγραφείς
και μη μου άπτου ποιήματα

τι διεκδικείτε άραγε εσείς;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ο Ιωνάθαν γλάρος μου
κοινωνικοποιεί τα σύννεφα
και πνίγεται από την μαρίδα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

εγώ δεν ψαχουλεύω σε δωμάτια
ούτε κρυφοκοιτάω σε χαραμάδες
στέκομαι λίγο πριν τις πόρτες
κι ανοίγουν μόνες τους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
όταν δεν μου φτάνω
ψάχνω στο ντουλάπι για παλιά ρούχα
όταν δεν μου μοιάζω
χτενίζομαι
κι όταν διψάω πολύ
σου ζητάω να βρεθούμε

πώς περιμένει η κάμπια μες τον ύπνο μου έτσι
να γίνει σαν χαμόγελο
σαν πεταλούδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: