Παραμύθι σκαπανέων

Όταν τέλειωσε η εξορία

κι επανήλθε η τάξη στον κόσμο

όλοι γύρισαν σπίτι τους

ακόμα και μισοί – σημασία είχε ότι γύρισαν.

 

Τότε, κάποιοι εξόριστοι ζήτησαν να επιστρέψουν στην εξορία –

έστω, όπου πηγαίνουν στον κόσμο,

να κουβαλούν μαζί τους ένα φτυάρι.

«Να μην ξεχάσουμε, να μάθουν τα παιδιά την αλήθεια», έλεγαν.

 

Οι περισσότεροι θέλανε απλά να ξεχάσουν και να συνεχίσουν.

Μα δεν μπορούσαν ούτε να ξεχάσουν

ούτε να συνεχίσουν.

Κι αν συνέχισαν ήταν από συνήθεια παλιά,

που την μαθαίνεις όπως μαθαίνεις την γλώσσα.

Κι αν θυμόντουσαν ήταν επειδή πετάγονταν το βράδυ στον ύπνο τους,

από το ίδιο παράξενο όνειρο:

πως ήταν, λέει, ένας καινούριος κόσμος με ανθρώπους

που δεν ξέρανε τον διπλανό τους

που δεν ξέρανε να χτυπάνε πίσω

που δεν ξέρανε να πουν ένα τραγούδι που ‘χει βγει από αίμα

που δεν είχαν αγαπήσει.

 

Τελικά, μερικοί βρήκαν φτυάρια και τα πήραν.

Μ’ αυτά, θάβανε τους παλιούς τους συντρόφους για δεκαετίες ολόκληρες.

Το παράξενο όνειρο δυνάμωνε – έλεγε κι άλλα παράξενα.

Τέλος, ο καινούριος κόσμος ήρθε

όταν το παράξενο όνειρο ξεχάστηκε

και τα φτυάρια είχαν αχρηστέψει τόσο πολύ απ’ τις κηδείες

που οι νεκροί μένανε άθαφτοι

δίχως τόπο.

 

Τους άθαφτους τους πήγαν πίσω στην εξορία,

μόνο και μόνο γιατί μύριζαν.

 

 

Φεβρουάριος 2014

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: