Ο ανεμιστήρας

 

Ο Βασίλης κάθεται συνέχεια στα πίσω τραπέζια, κοντά στο πάσο του μπαρ. Το ‘να του χέρι ακουμπάει με την γροθιά στο γόνατο για να ‘ναι έτοιμος να σηκωθεί – όχι ότι έχει σημασία, το μαγαζί είναι συνέχεια άδειο. Επάνω, απ’ το ψηλό ταβάνι κρέμεται ο ανεμιστήρας που γυρίζει συνέχεια.

 

Περνάνε διάφοροι και πίνουν τον καφέ τους. Άλλοι πάνε για δουλειά, άλλοι γυρίζουν σπίτι. Άλλοι βγαίνουν βόλτα, μόνοι ή με φίλους – κι υπάρχουν πάντα κι οι αργόσχολοι. Ο καφές δεν προσφέρει τίποτα – είναι μια συνήθεια και μια πρόφαση. Όλοι ξέρουν ότι είναι πρόφαση αλλά προσποιούνται πως είναι κάτι σημαντικό. Αυτή η προσποίηση μοιάζει να τους προσφέρει κάτι.

 

Είναι αυτοί που κερνάνε σε άλλους τον καφέ τους και συζητάνε για δουλειές. Κάτι δίνουν και κάτι θέλουν να κερδίσουν. Τις προάλλες, κάποιος ισχυριζόταν στον συνομιλητή του ότι είναι καιρός να κάνει κάτι δικό του, πως ξέρει ότι η αγορά έχει γίνει δύσκολη αλλά ότι η στοχοπροσήλωση που τον διακρίνει είναι εγγύηση για την επιτυχία του. Ο άλλος τον άκουγε σοβαρά κι έπινε σοβαρά τον καφέ του. Δεν τον έπινε γρήγορα αλλά γουλιά γουλιά σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Άναψε και τσιγάρο μια δυο φορές˙ σημάδι πως κατέγραφε ότι άκουγε. Προφανώς ήταν αυτός που θα έβαζε τα λεφτά.

 

Κάποτε είχαν πει του Βασίλη να δουλέψει σε μια εταιρεία όπου θα άκουγε άλλους να μιλούν σε ραντεβού, θα έπινε καφέ κι ύστερα από πολλές μέρες όπου τα τηλέφωνα θα χτυπούσαν με αγωνία, θα έδινε την οριστική του απάντηση, αφού βέβαια είχε εξετάσει προσεκτικά όλες τις πλευρές του ζητήματος. Μάλιστα, πολλές φορές συνομιλητής του θα ήταν κάποιος κρατικός υπάλληλος, γεγονός που θα τον έκανε να νιώθει πανίσχυρος απέναντι στην ίδια την εξουσία. Θα μπορούσε να ζητήσει και χάρες. Όταν του ‘χαν πει αυτό, του ‘χαν κλείσει το μάτι και το μάτι. Ο Βασίλης είχε αρνηθεί την δουλειά λέγοντάς τους ότι δεν υπάρχει κανείς πιο ισχυρός απ’ την εξουσία. Από τότε είχε αποφασίσει ότι το να σερβίρει καφέδες είναι αυτό που του ταιριάζει περισσότερο.

 

Τους τελευταίους μήνες το μαγαζί πάει για κλείσιμο. Σαράντα χρόνια μαγαζί. Τώρα είχε αρχίσει να ξανασκέφτεται εκείνη την δουλειά – όχι ότι θα την έκανε αλλά απ’ το μυαλό του περνάνε διάφορες απελπισμένες σκέψεις. Σκέψεις τέλους.

 

Εχτές πέρασε ο αγαπημένος του πελάτης. Δεν ξέρει τ’ όνομά του παρότι έρχεται χρόνια. Κάθεται στο ίδιο τραπέζι, βάζει το τασάκι δεξιά, παραγγέλνει τον καφέ του και κοιτάζει έξω. Καπνίζει τρία τσιγάρα πάντα, παίζει με το κομπολόι του λίγο και παρότι είναι βαρύς – κουβέντα δεν του παίρνεις – όταν κοιτάζει τους περαστικούς, τα μάτια του μελαγχολούν. Δεν κάθεται ποτέ πάνω από μια ώρα και πριν φύγει, κοιτάζει πάντα το ρολόι του. Ενδιαφέρον τύπος.

 

Ο ανεμιστήρας γυρίζει συνέχεια στο ψηλό ταβάνι. Το βράδυ, όταν οι δρόμοι έχουν αδειάσει στην παλιά συνοικία, το μαγαζί φωτίζεται κι από μακριά μπορεί κανείς να δει τον ανεμιστήρα να γυρίζει. Καλύτερος κι από διαφημιστική πινακίδα ο ανεμιστήρας.

 

Αν κλείσει το μαγαζί, ο ανεμιστήρας θα σταματήσει να γυρίζει. Το βράδυ δεν θα τον βλέπουν από μακριά αυτοί που ξεμένουν στους δρόμους κι ο Βασίλης δεν θα κάθεται από κάτω με το ‘να του χέρι γροθιά πάνω στο γόνατο, έτοιμος να σηκωθεί σ’ ένα άδειο μαγαζί και σ’ έναν άδειο κόσμο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: