16 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΣΥΝΘΕΤΗ…

Η πρότασή μου περιλαμβάνει τα παρακάτω τραγούδια μαζί με δυο ποιητικά κομμάτια που προορίζονται για απαγγελία (ο πρόλογος κι ο επίλογος). Είναι μια πολιτική πρόταση για πολιτικό δίσκο.. Εξηγούμαι.

Τα περισσότερα από τα τραγούδια, έχουν μια αναφορά σε στιχουργό, τραγουδοποιό, συνθέτη ή ποιητή. Όλες οι αναφορές αφορούν έλληνες δημιουργούς, πέρα από εκείνη που γίνεται στον πρόλογο, στον Βλ. Μαγιακόφσκυ κι εκείνη στο «The sound of Silence»  των Simon και Garfunkel. Πέρα από τις αναφορές που δηλώνονται ανοιχτά, δίπλα στον τοίχο κάθε τραγουδιού, έχω αποτολμήσει και το εξής: να ξαναγράψω στίχους γνωστών τραγουδιών διατηρώντας τον ίδιο τίτλο ή αλλάζοντας κι αυτόν, να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο και στίχους χαρακτηριστικούς για τραγούδια ή δημιουργούς (π.χ. ο πρώτος στίχος στο τραγούδι «Εξαγορά») αλλά και να μιμηθώ διαφορετικά στυλ γραφής.

Αυτή η στιχουργική δουλειά έχει, λοιπόν,  την εξής διπλή ενότητα: είναι μια δουλειά αφενός με πολιτικό προσανατολισμό, για την καθημερινότητα, τον λαό που μάχεται να επιβιώσει, για τα οράματα που ξαναξυπνούν (ή που ποτέ δεν κοιμήθηκαν),  για τις διεξόδους της. Αφετέρου, είναι μια μεγάλη αναφορά στους δημιουργούς εκείνους, που εμένα με καθόρισαν και που αγάπησα. Πολύ περισσότερο δε, θέλω να είναι η εκδίκησή τους, απέναντι στο ευτελές, εύκολο, εύπεπτο, βραχύβιο στη μνήμη κι εμπορικά καθορισμένο πολιτιστικό προϊόν το οποίο έχει κυριαρχήσει δεκαετίες στην χώρα μας. Θέλω να είναι ταυτόχρονα, ένα σάλπισμα πνευματικού αγώνα, ένα στίγμα ότι κάτι καινούριο και διαφορετικό γεννιέται σ’ αυτή την χώρα που τρώει τα παιδιά της και το οποίο ξέρει να πατάει, ξέρει να σέβεται και ξέρει συνειδητά να επιλέγει την αφετηρία, την ρίζα, το παρελθόν του και τελικά, το ίδιο του το ΠΡΟΣΩΠΟ.

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Λοιπόν, εγώ   του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκυ

Ο έρωτας δεν είναι εμπόριο κυρίες μου,

γόβες και τσάντες σε βιτρίνες,

ματιές συνεσταλμένες στο ημίφως,

εσώρουχα, αρώματα και πούπουλα,

χαμόγελα προβαρισμένα στον καθρέφτη,

προκάτ αισθήματα

και προφυλακτικά με γεύση.

 

Έρωτας είναι ο τρόπος να μπαίνεις στην ζωή.

Σ’ όλα ν’ αποκρίνεσαι,

σ’ όλα ν’ απαντάς,

σαν απαραίτητο αστέρι σ’ ουρανό

και φράση απ’ το βιβλίο της ζωής.

 

Μια σπίθα μόνο –

γίνομαι άντρας.

 

Γίνομαι έκρηξη: κανένα εμπόδιο μπροστά μου.

Είμαι ο άνθρωπος

των καιρών μου.

 

Είμαι εγώ.

Τρελός σαν ποιητής.

 

Πρέπει να σπάσει επιτέλους κάθε δακρύβρεχτη συνήθεια.

Αλαφιασμένοι ποιητές τρέχουν στους δρόμους

και τρομαγμένοι καλλιτέχνες κρύβονται στα δύσκολα.

Οι ατζέντηδες μετρούν τις συγκινήσεις με λεφτά

κι οι μεταξένιες τους ευαισθησίες

κορδώνονται ημίγυμνες πρώτο τραπέζι πίστα.

Ν’ αποκαταστήσουμε μιαν αλήθεα:

για πείτε μου όλοι εσείς,

κοντυλοφόροι της αναίτιας θλίψης

για πείτε μου, πώς γράφει κάποιος στίχους δουλεύοντας ολημερίς;

 

Αφήστε, θα σας πω εγώ:

κουβαλάει πάντα μαζί του

ένα μπλοκάκι

και στυλό.

 

Γι’ αυτό η φωνή μου θ’ ακουστεί

σαν εμβατήριο από μεγάφωνο

σε απεργία πολιτική.

 

Σκληρός σαν πέτρα απ’ τα ριζά ως τους βοστρύχους,

στην μάνα φτώχεια μου πάντα αφοσιωμένος,

εγώ με τα τραχειά μου χέρια

και το επίκινδυνό μου βλέμμα,

κεντάω όνειρα

μες της ζωής τα σκοτεινότερα τα μονοπάτια.

Είμαι πέτρα που πλάθεται

φλόγα ανήμερη

όπλο

ασπίδα

και σύνθημα ζωής.

 

Τι εποχή! Τι κόσμος! Τι ζωή!

Το κέρδος, η φτώχεια, η αρρώστια, ο πόλεμος!

Οι ηγέτες, τ’ ανδρείκελα κι οι εξαθλιωμένοι παρατάσσονται.

 

Μην στέκεστε ανάμεσα στις μαριονέτες,

σε κανέναν δεν αξίζει.

Δίχως να σκέφτεστε συνέπειες,

πέστε στης μάχης την φωτιά

και το περπάτημά σας θα ‘χει αφήσει το μικρό σημάδι του στον κόσμο.

 

Να! Άντρες  που σαν πύργοι ηλίθιοι

ολοένα μεγαλώνουν προς τον ουρανό.

Αυτοί θα πέσουν απ’ το χέρι μου –

αυτοί δεν είναι άντρες.

 

Να! Άντρες που

κρυμμένοι στα φουστάνια της μαμάς,

δεν ξέρουνε το χρώμα του αίματος.

Αυτούς  θα τους τρομάξω –

αυτοί δεν είναι άντρες.

 

Και να! εκείνοι οι πλαδαροί,

πάνω σε θρόνους ψεύτικους,

χαϊδεύουνε τον κόσμο σα να ‘ταν το κουτάβι τους.

Αυτούς θα τους συντρίψει η Ιστορία –

αύριο κιόλας.

 

Μονάχα εμείς.

Κανένας άλλος.

 

Μονάχα εμείς μπορούμε

από την σάρκα μας να κάνουμε ψωμί,

κρασί από το αίμα μας.

Και να δουλέψουμε,

όπως δουλεύουνε κοίτες και ποτάμια,

χέρια και μάτια,

πράξεις και λόγια.

Να χτίσουμε τα σπίτια –

τα δικά μας σπίτια

να φτιάξουμε εργοστάσια –

τα δικά μας εργοστάσια

να στρώσουμε τους δρόμους –

τους δικούς μας δρόμους.

 

Στεφανωμένοι με αγκάθια,

άνθρωποι της δουλειάς,

ν’ ακούσουμε το σάλπισμα της εποχής.

Και με την κόκκινη της λευτεριάς σημαία,

αιώνιοι να βαδίζουμε

κόντρα στα παγωμένα βλέμματα της Ιστορίας.

 

Έρωτας, λοιπόν, κυρίες μου,

είναι η δύναμη να ονειρεύομαι

μέσα  σ’ αυτή την φρίκη

όπου η πραγματικότητα βαδίζει σαν θεός.

 

 

 

 

 

ΠΕΡΑΣΑ

Πέρασα σαν απαλή του ανέμου σκέψη

ή σαν γι’ αυτόν τον κόσμο

μια χαζή κι ασήμαντη λέξη.

 

Έμεινα κάποτε δίχως ουρανό.

Κάποιο παράξενο βράδυ

τ’ άστρα μου κλέψανε το μερτικό.

 

Έζησα μόνος πέρα ως πέρα.

Όσα μου προσφερθήκαν χέρια

χάθηκαν, σαν λόγια στον αέρα.

 

Χάθηκα. Σαν τρομερή σκιά τη νύχτα.

Πέρα από την σιωπή μου

άλλο επιχείρημα δεν είχα.

 

Πέθανα κάποτε πριν από χρόνια.

Κι αν έγινα ψηλό βουνό,

οι κορυφές ήταν νεκρές μέσα σε χιόνια.

 

Κόσμε, δεν έχεις τρόπο να με θάψεις.

Κόσμε, τα πάντα έκανες να με τρομάξεις.

 

 

 

 

 

ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ  βασισμένο στο «The sound of silence» των Simon & Garfunkel

Καλημέρα σκοτάδι πιο παλιά μου αγάπη

σε φωνάζω και πάλι γιατί ένιωσα κάτι

Κάτι πέρα από σένα κάτι πέρα από μένα

Σαν αλήθεια μικρό ή μεγάλο σαν ψέμα

 

Στο αδειανό μου κρεβάτι

 

Στο γραφείο μου μόνος, τρομερή έξω η μέρα

Με τα μάτια παιδιού που δεν έχει πατέρα

Σε κοιτάω ναφεύγεις τρομαγμένο κι εσύ

Γύρνα πίσω για λίγο πριν η νύχτα χαθεί

 

Στάσου λίγο εδώ πέρα

 

Άκου λίγο τι ακούω, δες αυτά που αντικρίζω

Το τσιγάρο στο στόμα, μα χωρίς να καπνίζω

Τι είναι αλήθεια δεν ξέρω απ’ αυτά που έχω τώρα

Του μυαλού είναι οπτασίες ή θεού είναι δώρα;

 

Μα το ψέμα ξεχωρίζω

 

Βλέπω δρόμους και φώτα, πεζοδρόμια, κολώνες

Βλέπω ανθρώπους παλιούς σαν ελιές σ’ ελαιώνες

Βλέπω ανθρώπους χιλιάδες στ’ άσπρα να ‘ναι ντυμένοι

Στο σκοτάδι, στη νύχτα, μες τα φώτα λουσμένοι

 

Ακουμπάω στους αγκώνες

 

Στην σκιά σου όλοι τρέχουν, τ’ όνομά σου φωνάζουν

Άλλο θεό τι κι αν έχουν, σένα δεν σε αλλάζουν

Δεν μπορούν να μ’ ακούσουν, τώρα που σου μιλάω

Στην σιωπή τους κρυμμένος, άλλη γλώσσα κρατάω

 

Λίγο, λέω, σου μοιάζουν

 

Καλημέρα σκοτάδι, μακρινό μου τοπίο

Τώρα πρέπει για χρόνια να σου πω πάλι αντίο

Δεν γνωρίζω αν και πότε θ’ ακουστεί η σιωπή σου

Δεν γνωρίζω αν ξανά θα σιωπήσει η φωνή σου.

 

Σε κοιτάω που φεύγεις

μιαν αυγή μακριά

σαν αργόσυρτο πλοίο.

 

 

 

 

 

ΕΞΑΓΟΡΑ  του Μίκη Θεοδωράκη

Κράτησα την ζωή μου

μακριά από ουρανούς

δέντρο είμαι μαθημένο

σ’ άγριους κεραυνούς.

 

Πήρα απ’ τα παραμύθια

όνειρα σαν ποδήλατα

του ήρωά τους την αλήθεια

των δρόμων τα συνθήματα.

 

Είμαι φωτιά, είμαι σκοτάδι

γεννήθηκα για να σιωπώ

είμαι χαστούκι κι είμαι χάδι

είμαι ποτάμι και βουνό.

 

Τα λόγια μου ψωμί ζυμώνω

για τις ψυχές τις νηστικές

το δειλινό μου το πληρώνω

χίλιες κάθε πρωί αυγές.

 

Αλλά ποτέ δεν παζαρεύω

την φρίκη και την προσευχή

στα δάχτυλά μου αγναντεύω

άλλη ματιά, άλλη εποχή.

 

Είμαι φωτιά, είμαι σκοτάδι

γεννήθηκα για να σιωπώ

είμαι χαστούκι κι είμαι χάδι

είμαι ποτάμι και βουνό.

 

 

 

 

 

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Εννιά και τριάντα το εισιτήριο

στις δέκα φεύγω

της ομορφιάς το ησυχαστήριο

το αποφεύγω.

 

Σερβίρω τ’ άδειο μου τραπέζι

και περιμένω

της μνήμης ρίνισμα και γρέζι

σε υπομένω.

 

Ήρθε το βράδυ στο δωμάτιο

τακτοποιώ

της νύχτας το παλιό γραμμάτιο

ξαναχρωστώ.

 

 

 

 

 

ΕΡΩΤΗΜΑ

Κάποιος το βράδυ αυτό βαδίζει

κάποιος παραπατάει

κάτι στο στήθος με κεντρίζει

και κάποιος ξενυχτάει.

 

Ποιος είναι αυτός ο υπνοβάτης;

Ποιος είναι ο περαστικός;

Ποιος στο σκοινί ο ακροβάτης;

Και ποιος στους δρόμους κυνηγός;

 

Έρχεται η νύχτα πάντοτε

η μέρα πίσω δεν γυρίζει

ν’ αλλάξει ο κόσμος άμποτε

μα ποιος τον φοβερίζει;

 

Ποια είν’ η φωνή που μου μιλά;

Ποιο λάθος θα με κλέψει;

Ποιανού κραυγή με ξεγελά;

Θεέ ο νους μου θα σαλέψει.

 

Κάτω απ’ τον ήλιο έζησα

μα μες τη νύχτα φεύγω

ακόμα ζω δεν έσβησα

ώρες απ’ την ελπίδα κλέβω.

 

Έρχεται η νύχτα πάντοτε

η μέρα πίσω δεν γυρίζει

ν’ αλλάξει ο κόσμος άμποτε

μα ποιος τον φοβερίζει;

 

 

 

 

 

ΣΤΗΝ

Μέσα στους δρόμους πεθύμησα

μέσα στο καλοκαίρι

και στο ζεστό που φύσηξε αέρι

σ’ ένιωσα και σου μίλησα.

 

Μέσα στην φτώχεια σ’ αναζήτησα

στο κρύο μου το σπίτι

μα τι κι αν ήμουνα σπουργίτι

άλλη φωλιά δεν ζήτησα.

 

Τώρα το χέρι έμαθα ν’ απλώνω

μετράω τον πόνο για σφυγμό

στον τελευταίο μπαίνω τον συρμό

και την καρδιά

και την καρδιά

στις ράγες σου ματώνω.

 

‘Ηρθε ο χειμώνας τόσο ξαφνικά

και άδειασαν οι δρόμοι

έγινε η πόλη σταυροδρόμι

κι εσύ κατεύθυνση παλιά.

 

Τώρα το χέρι έμαθα ν’ απλώνω

ναός η αγάπη και ξενώνας

ο αρχαίος σου είμαι Παρθενώνας

μα στο κρεβάτι μόνος μου ξαπλώνω.

 

Μια ζωή θεατής – φτηνή παράσταση

λύγισαν απ’ τον χρόνο οι ώμοι

πορεία, συγκέντρωση και αστυνόμοι

κι η πίκρα της αγάπης νομοτέλεια.

 

Έχτισα με το χέρι μου θεμέλια

λύγισαν στον καιρό οι ώμοι

πορεία, συγκέντρωση και αστυνόμοι

κι η πίκρα της αγάπης νομοτέλεια.

 

 

 

 

 

ΠΟΡΕΙΑ  του Νίκου Καρούζου

Όσα ζητάει μια ματιά

Κερνούν τα πέρατα

όσο γερνάνε τα παιδιά

γεννιούνται τέρατα.

 

Δεν είναι βάσανο μικρό

στον κόσμο να κυλάς

κατήφορο τρέχεις τρελό

και πρέπει να γελάς.

 

Μα εγώ το φως δεν το μπορώ

ούτε το θάνατο

κάποιας πορείας αναζητώ

το μεροκάματο.

 

Όσο μαθαίνεις να μετράς

χάνεις τον χρόνο σου

κι όσο μαθαίνεις να νικάς

γεννιέται ο πόνος σου.

 

Όπου η ζωή κι αν σ’ οδηγεί

τράβα τον δρόμο σου

Όπου κι αν σ’ εύρει η ζωή

δεν θα ‘σαι μόνος σου.

 

Μα εγώ το φως δεν το μπορώ

ούτε το θάνατο

κάποιας πορείας αναζητώ

το μεροκάματο.

 

Του κόσμου ακούω την καρδιά

την μαύρη μοίρα του

Του Ικάρου κλέβω τα φτερά

και την αρμύρα του.

 

 

 

 

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ,  του Μάνου Ελευθερίου (γραμμένο πάνω στο «Το τρένο φεύγει στις οκτώ)

Τέσσερις ώρες στην δουλειά

και άλλες τρεις στο καφενείο

άδειο είναι πάλι το ψυγείο

και κλαίει η κυρά σου στα κρυφά

και κλαίει η κυρά σου στα κρυφά

σ’ έδιωξαν απ’ το συνεργείο

κι ο θεός φοβάται το θηρίο.

 

Κάποτε ήσουν γελαστός.

Μα τώρα σε ποιον να μιλήσεις;

Άνθρωπος δημοσίας χρήσης

και περπατάς γονατιστός

και περπατάς γονατιστός

στον γιο σου πώς να εξηγήσεις;

Δεν έχεις ούτε ν’ ακουμπήσεις.

 

Τέσσερις ώρες στην δουλειά

κι ύστερα μια παρτίδα

τηλέφωνο κι εφημερίδα

σου ‘χουν ασπρίσει τα μαλλιά

σου ‘χουν ασπρίσει τα μαλλιά

τέσσερις ώρες στην δουλειά

ήρθα στις τρεις μα δεν σε είδα.

 

 

 

 

 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ,  του Μάνου Ελευθερίου (γραμμένο πάνω στο «Ποιος την ζωή μου»)

Ποιοι είν’ αυτοί μες τα Προσφυγικά;

στην Αλεξάνδρας που κοιτάζουν απ’ τις τρύπες;

Με μάτια σκονισμένα και κενά

την σάρκα τους ξεσκίζουνε οι γύπες.

 

Το λάβαρο σηκώνεται ξανά

Το όνομά μου είναι λευτεριά.

 

Ποιος τ’ όνομά μου, ποιος τ’ αναζητά;

Οι ήρωές μου ανάπηροι και μόνοι

Ποιος μ’ έχει ακόμα στην Ακροναυπλιά;

Και ποιος στο Μακρονήσι μ’ εξοντώνει;

 

Το λάβαρο σηκώνεται ξανά

Το όνομά μου είναι λευτεριά.

 

Δεν περιμένω μια λευκή επιταγή

ούτ’ άγγελο λευκό κρατώντας κρίνο

Του Βελουχιώτη έχω την βαθιά πνοή

του Μπελογιάννη το γαρύφαλλο σου δίνω.

 

Μαύρο φοράω θανάτου νυφικό

και κόκκινο κρασί μόνη μου πίνω.

 

Στα χέρια μου μαύρη ρομφαία

Καρδιά μου κόκκινη σημαία.

 

 

 

 

 

ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΑΧΗ,  του Νικόλα Άσιμου (γραμμένο πάνω στο «Venceremos»)

Οι τρύπιες σημαίες μας να! ξεπροβάλλουν

απ’ της Ιστορίας την φωτιά.

Χωμένες για χρόνια σε υπόγεια μέσα

στο φως προβάλλουν ξανά.

Θα κερδίσουμε την μάχη.

 

Παίρνουμε φόρα, παίρνουμε θάρρος

απ’ της ανάγκης τον βραχνά.

Γεννιέται ελπίδα μ’ αίμα και πόνο,

με βία ο κόσμος τραβά.

Θα κερδίσουμε την μάχη.

 

Είμαστε πιόνια σε ξένο παιχνίδι

και η γροθιά μας σφιχτή.

Μας βλέπουνε σαν μαριονέτες,

μας εμείς κρατάμε το σκοινί.

Θα κερδίσουμε την μάχη.

 

Θέλουν την γη μας

και το νερό μας,

θέλουν το αίμα

κι όλο το βιος μας.

 

Με υποκρισία

και με απάτη

μας έχουν κάτσει

πάνω στην πλάτη.

Ξένοι και ντόπιοι

βρωμοαφεντάδες,

ξεκουμπιστείτε και πάρτε δρόμο

και μαζί πάρτε την φρίκη.

 

Η ζωή, ναι, μας ανήκει.

 

Στις θάλασσές μας

τις κρυμμένες

έχουμε ελπίδες

ναυαγισμένες.

Έχουμε χάρτες

κι όνειρα φρέσκα

εξοφλημένα

κρατήστε τα ρέστα.

 

Θα κερδίσουμε την μάχη.

Η ζωή, ναι, μας ανήκει.

Θα κερδίσουμε για πάντα.

 

 

 

 

ΕΝΟΤΗΤΑ: Ο Νίκος Καββαδίας στεριανός

1. Το φάντασμα του ποιητή

Βράδυ το βράδυ μέτρησαν τα χρόνια και οι μήνες

τρεις μέρες νηστικός και τρεις να κρεμαστείς

όλη η ζωή σου πέρασε με λάθη και με σφήνες

τις Κυριακές καβάτζα προσευχή ν’ αναστηθείς

 

Δεν σου ‘μελλε ποτέ σε πόρτα να μπαρκάρεις

μόνο που σκούριαζες εδώ, σ’ ανάστροφη ζωή,

κάποιοι αλήτη σ’ έλεγαν και κάποιοι ποιητή

μα εσύ τα βράδια στο χαρτί βιράρεις και φουντάρεις.

 

Στενό μπαλκόνι η βάρδια σου, λεωφόρος και τσιμέντο

χέρι με χέρι άλλαζες σακούλια για λεφτά

ρεσάλτο σ’ όνειρα έκανες πατώντας στα κλεφτά

φιλί της Πούλιας τα πρωινά για λιγοστό σταβέντο.

 

Σκόνη την λεν την μοίρα σου κι η πιάτσα σε γελάει

τσάκισε ο νους που ‘καψες κι η ανάσα σου βαριά,

μην περιμένεις τίποτα σάλταρε στον Βοριά!

Καβάλα τον ! Ταξίδεψε! Εκείνος σε γεννάει.

 

Τα μάτια σου σαν κλείσουνε μιαν ήσυχη ημέρα,

θα ‘ναι οι λίγοι φίλοι σου και κάποιοι συγγενείς

και το δικό σου φάντασμα θα στέκεται πιο πέρα,

το τελευταίο αντίο να σου πει, προτού χαθείς.

 

 

 

 

2. Κακή συνήθεια

Είναι μια νύχτα δύσκολη, μια νύχτα σαν τις άλλες

καρδιά μου ξεχαλίνωτη κι ανάσα μου νεκρή.

Το γέλιο σου θυμήθηκα τυχαία τις προάλλες

και της ζωής που δεν γνωρίσαμε, το απίθανο στρατί.

 

Ξέρεις εγώ δεν ήμουνα ποτέ από εκείνους

που παρατούν τα λόγια τους σαν άτυχα παιδιά.

Να πας να βρεις τους μάγους σου, να πεις τους αρλεκίνους,

πως στ’ άδειο τούτο τσίρκο η μπογιά τους δεν περνά.

 

Ακούω από το σπίτι μου την άδεια πολιτεία.

Καπνίζω περιμένοντας να έρθει η αυγή,

όνειρο που ατύχησε σαν πλοίο σε τρικυμία,

δεμένη στο κατάρτι του η κούφια μου ψυχή.

 

Στα πόδια σου η πίστη μου σκυλί κουλουριασμένο.

Χριστέ μου! πώς μεγάλωσα; Σαν χτες, ήμουν παιδί.

Το γράμμα που σου παφησα τώρα κιτρινισμένο

κι ο κόσμος όλος μια μικρή παντοτινή στιγμή.

 

Κει πέρα στους ορίζοντες δυο ξεχασμένοι φάροι.

Τους χάρτες που δεν έψαξα τώρα αναζητώ.

Μια ακόμα θα σου ζήταγα και τελευταία χάρη,

την θύμησή σου να ‘σβηνες σαν χρώμα με μανό.

 

 

 

 

3. (ανολοκλήρωτο) χωρίς τίτλο

Βγαίνεις στην γύρα μπόσικος, γυρίζεις μεθυσμένος

Οι δρόμοι αγριέψανε, σε σφίγγει ο καιρός.

Σφυράει ο τσιλιαδόρος σου, ο σημαδεμένος.

Η θάλασσα σε τρόμαξε, στην πόλη ναυαγός.

 

Τι να τα κάνεις τα πολλά που τίποτα δεν έχεις;

Η μάνα σ’ είπε άχρηστο και τρέχεις να κρυφτείς.

Στην Πειραιώς σε βρήκανε στα γόνατα να πέφτεις,

μα εσύ ζητάς στο διάολο μια μέρα να χαθείς.

 

Πλήθος παντού παράξενο, σουγιάς στην μέσα τσέπη.

Το νου σου να ‘χεις πάντοτε κι οι τοίχοι έχουν αυτιά.

Να βγάλεις από πάνω σου το βρώμικο το χρέπι.

Σιγά, για να ζυγώσουμε αυτόν με τα γυαλιά.

 

Μια μόνο σε θυμότανε μελαχρινή Ρουμάνα,

που ‘χες μπροστά της γυμνωθεί κι είχες πολύ ντραπεί.

Το σπίτι που μεγάλωσες τώρα έγινε αλάνα,

μα εσύ μέσα στα στήθια της γινόσουνα παιδί.

 

 

 

 

Ταξί μέσα στη νύχτα, του Θάνου Ανεστόπουλου

Εγώ ανθίζω εσύ μιλάς

και κουβαλάω και κουβαλάς

μια ανόητη παράξενη ζωή

εγώ ανθίζω εσύ μιλάς

της τρέλας την πηγή.

 

Νυχτερινός εγώ τραγούδι εσύ

μόνοι οι άλλοι όλοι

και πώς βρεθήκαμε μου λες;

Νυχτερινός εγώ τραγούδι εσύ

κι είμαστε αμάξι μες την πόλη.

 

Εγώ ανθίζω με θυμάσαι;

Το τελευταίο σου γράμμα σαν διαθήκη.

Βάλε ποτό και διάβασε:

η αμαρτία ήταν όρος και συνθήκη.

 

Και σε πηγαίνει βόλτα η αμαρτία

σε πρόσωπα χλωμά υπαλλήλων

ή σε κραυγής νοσοκομεία.

 

Τα έγγραφα που σ’ αποδεικνύουν σκίστα!

Γίνε ο κάθετος των παραλλήλων.

Η αμαρτία είναι ταξί μέσα στη νύχτα.

 

Όλοι περνούν με κόκκινο

το δρόμο που οδηγεί

απ’ τον θεό στο νόμο.

Όλοι περνούν με κόκκινο

κι εσύ υποκρίνεσαι τον τροχονόμο.

 

 

 

 

Έξω να βρέχει, του Θάνου Ανεστόπουλου

Κάποτε θα ‘ρθει ένας άνεμος της λύπης

μα εσύ δεν θα’ σαι εκεί κοντά να σ’ ανασαίνω.

Ενθύμησή μου δεν θα είσαι να μου λείπεις,

σα να σε χάνω και να ξέρω πως πεθαίνω.

 

Με την συνείδηση μιας άτυχης σελήνης,

με το πελώριο κακό αμάρτημά μου,

κάνω την σκέψη πως κοντά μου δεν θα μείνεις

και μεγαλώνει της ψυχής το εξάνθημά μου.

 

Τι με κερνάς αφού μαζί μου πια δεν πίνεις;

Ψάχνω τον ήλιο που θα λούσει την καρδιά μου.

 

Έξω να βρέχει καθώς φλέγεται η Ρώμη.

Μέχρι το τέλος μόνος μου ποτέ δεν πήγα.

Μην μου μιλάς. Σήμερα όλα είναι λίγα

και τίποτα δεν έχω πει ακόμη.

Να σκαρφιστώ πρέπει ξανά την κάθε μέρα,

χωρίς αγώνα η ζωή είναι φοβέρα.

 

Τι με κερνάς αφού μαζί μου πια δεν πίνεις;

Ψάχνω τον ήλιο που θα λούσει την καρδιά μου.

 

Τι με κερνάς αφού μαζί μου πια δεν πίνεις;

Αλλάζουν όλα τόσο γρήγορα εδώ πέρα.

 

Κάποτε θα ‘ρθει ένας άγγελος στα μαύρα,

του παραδείσου θα μυρίζει το λιβάνι,

με πένθιμη της χαρμολύπης αύρα.

Κι εσύ ρωτάς αυτές  τις ώρες τι με πιάνει.

 

Τι με κερνάς αφού  μαζί μου πια δεν πίνεις;

Ψάχνω τον ήλιο που θα λούσει την καρδιά μου.

Τι με κερνάς αφού μαζί μου πια δεν πίνεις;

Και μεγαλώνει της ψυχής το εξάνθημά μου.

 

 

 

 

Το τραγούδι του Σταύρου (America America), του Μάνου Χατζιδάκι

Τα χέρια μου βουνά, τα χέρια σου Βαρτάν.

Πάνω απ’ τους κάμπους σηκώνω το κεφάλι,

τα μάτια σου μες τα δικά μου να κοιτάν

ποιος λες να είναι ο χαμένος πάλι;

 

Μαχαίρι καθώς έδινες σαν σκύλος λυσσασμένος,

τον κόσμο όλο ξεπέρναγες Ελλάδα κι Αρμενία,

σαν το σκυλί κι αν σ’ έφαγε ο Τούρκος τυφλωμένος

εσύ την κράτησες βαθιά, κείνη του τέλους την σοφία.

 

Κι αν με χτυπούν σε σκέφτομαι κι αν λέω πως δεν με παίρνει,

όλη την μέρα ξέψυχος, τα μάτια μόνα κλείνουν,

τρελέ χορέ σου δίνομαι, ο φίλος μου με σέρνει,

όσες ψυχές κι αν έχασα, τόσα όνειρα θα μείνουν!

 

Πατέρα εσύ μην με κοιτάς εδώ που έχω πέσει.

Όχι άλλο, όλα τα ‘δωσα, μα αυτό δεν σου το γράφω,

χαμάλης, ζώο, κουρελής, μου τσάκισε η μέση

άλλο κακό δεν έμεινε στον κόσμο να το πάθω.

 

Τα δόντια πριν να σφίξω, μια σκέψη κάνω: μακριά.

Όλη η καρδιά μου ένα ψάθινο καπέλο.

Λέω πως κάπου θα υπάρχει ξαστεριά,

άλλη ντροπή να καταπιώ δεν θέλω.

 

Όταν θα σου ‘ρθω Αμερική θ’ αλλάξω τ’ όνομά μου!

Σταύρο με λέγανε εδώ, εκεί θα ‘μαι ο Τζο Άρνες.

Και σαν σε καθρέφτη κοιταχτώ,

ένα νεκρό για μένα που ‘πεσε θα δω,

τον άρρωστο Γιοχάνες.

 

 

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ, του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου

Κι αν μου αφοπλίσατε την χειραψία

κι αν μου πετρώσατε τον κήπο

εγώ μηδενικό στην μέτρησή σας

κι αλλάζοντας κραυγές σαν χαλασμένη φυσαρμόνικα

τον χρόνο μου λυσσάω

κι ανάμεσά σας σπέρνω

μαύρα τριαντάφυλλα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: