ΕΝΔΟΚΕΙΜΕΝΟ


Τι φταίω

που

την εποχή των μεγάλων σεισμών

εγώ αναστηλώθηκα;

Θα μιλήσω σιβυλλικά

Α!

Τα σύκα

σύκα

και η σκάφη

σκάφη.

;

Η ΣΚΟΝΗ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ

Βουλιάζουμε

βουλιάζουμε

αγκομαχούμε

αλλά πάντα

βουλιάζουμε

και τι

μας νοιάζει

αν τίποτα

δε μείνει πια όρθιο;

Αφού σου λέω

έτσι κι αλλιώς

βουλιάζουμε.

Καμία

Ιθάκη.

Λαβωμένοι σύντροφοι

με απελπισμένα λιγοστά μαλλιά

με απελπισμένα λιγοστά μάτια.

Όταν τα μέτωπα σκυθρωπιάζουν

οι ορέξεις

γίνονται

άνομες

παράνομες

αντίνομες

με μια λέξη

που τώρα ειπώνεται

εφιαλτικές.

Δουλεύοντας.

Σιωπώντας.

Ζώα της καθημερινότητας

κι οι μετρημένες λέξεις

κατρακυλούν

κατρακυλούν

κατρακυλούν

μες τα λαρύγγια μας

πνιγόμαστε!

βήχουμε!

φτύνουμε!

βουλιάζουμε

μέσα σε ωράρια

πίσω από γραφεία

κοιτάζοντας

σαν όνειρο

τη σκόνη των δρόμων.

Τσιμεντένιες καλημέρες για μας.

Για μας μόνο η κλεψιά και η απάτη.

Για μας

τα λίγα.

Στο στόμα μας τα λόγια των άλλων

Στα χέρια μας

αίμα ξένο.

Έτσι κι εμείς

το χορικό

δεν τραγουδάμε

φωνάζουμε!

βουλιάζουμε.

Η πραγματικότητα

ανασυντάσσεται

μετράει

απώλειες

ράβει

κοστούμι

στα μέτρα της.

Αθηναϊκά σοκάκια

πουτάνες

πάγκοι

μέσα μας

η εξαγορά

η ποινή

η ειρωνεία

και καφές.

Η όραση

σταματάει

σε τοίχους

γκρινιάζει

ο δρόμος

στο φρενάρισμα

εφημερίδα

πραγματικότητα.

Πού το πάνε;

πού το πάνε

όταν

κι η τελευταία μέρα

αποσύρεται;

Στις εισόδους

οι καταστηματάρχες

περιμένουν                                                                          τους άνεργους  πελάτες τους.

Εγώ

στην Πατησίων.

Περνάει η Κατερίνα.

«Καλά εσύ δεν πέθανες»; ρωτάω

«Ναι μωρέ», μου κάνει, «Τσιγάρο έχεις;»

Της δίνω. «Τι κάνεις;»

«Πάνω κάτω μωρέ»,

«την Πατησίων».

Free

Jazz

Free

Μουσική

για την

Μουσική.

Τότε εγώ γιατί να μη διαβάζομαι;

Πέφτει

η λέξη

σαν κέρμα

Σε πηγάδι

ή

σαν

λεπίδα

στο ξύλο.

Τότε

συνειρμοί

αντηχούν

σα σειρήνες

που καταδιώκουν

κάθε λογική.

Δε ξέρω τι θα είμαι

Ίσως

να γίνω άνθρωπος

μια μέρα.

Εγωισμός                                     περαστικός

Και σύντομη εκφώνηση ζωής.

Ερτζιανά

σκονισμένα

αφημένα στο δρόμο

πνευματικά δικαιώματα

και πούτσες μπλε.

Γιατί να μην έχει

ο κόσμος

τη φωνή του;

Καθώς

ο λόγος

σκάει

σα ρόδα σε λακκούβα

βουλιάζει

όλο βουλιάζει

η σκέψη μου

και περπατώ

και περπατώ

χωμένος ως τη μέση

στα σκατά.

Πες το

δεν είμαι μακριά,

πες το όμως,

από την τρέλα

κινηματογραφώντας

με τα μάτια μου

ζωές

παπούτσια

βήματα

και καπαρντίνες.

Ξέρεις τι γίνεται;

Βουλιάζουμε

καμιά φορά

βουλιάζουμε βαθιά

σε μέρη δίχως φως

σε μέρη ανθελληνικής ποιότητας

με σημαίες

σκισμένες

στριμωξίδι

κι ασφυξία

Φίλοι σωρός

είπαν

λευτεριάς

μα δε λογάριασαν.

Εκεί

που ονειρευτήκαμε

τσουπ!  η παγίδα

πέφτουμε

γελάμε

και βουλιάζουμε.

Το θέμα είναι

λοιπόν:

πώς να βουλιάζουμε

καθώς υπάρχουνε χιλιάδες τρόποι.

Το θέμα είναι η εποχή

μεγάλε.

Πες μου τι βλέπεις.

Πες μου τι αγγίζεις.

Σάμπως

να ‘ξερες

τον κόσμο

απ’ έξω                              κι ανακατωτά.

Έκπληξη!                           Αποχή.

Πώς γίνεται

ν’ απέχω;

Όντας εδώ

ενθυμούμενος

κι επιθυμώντας

με πόνο

και δόντια

σφιχτά;

Χριστέ μου!

Οι λέξεις

πέφτουν

κατρακυλούν

«Πιάστε μας!!

Καθώς βουλιάζουμε…»

φωνάζουν

κι εμείς

τρέχουμε

μες το ξημέρωμα

μπας και προλάβουμε

το φως

να ολισθαίνει.

Α!

Η γλώσσα.

Μ’ ανοιχτά τα πόδια

περιμένει

στη γωνία

το θαύμα

του εμπορίου.

Καπότες

βαζελίνη

και στιλέτο

για τους

πιο

ανήσυχους.

Και τώρα,

αναζήτηση!

Λέω:

είμαστε παιδιά

που πεινούν

για Ερωτήματα.

Μας ταΐζουν

Απαντήσεις.

Πες το ψέματα

μη

λες

αλήθειες.

Αλήθειες

λένε

οι σοφοί

όταν οι αδύναμοι

σιωπούν.

Μόνο γελούν

και μόνο κλαίνε.

Όταν τον κόσμο

αντικρίζουμε

βλέπουμε

τα μάτια

τα δικά μας

και βουλιάζουμε.

Αναζητούμε

κρυμμένες λέξεις

και πελατεία

φρίκη

ψυχές

πλοία γραμμής

λίγη επιείκεια

και  μαστροπεία.

Το πρωί

τρώω Γιάννη

Στίγκα

Το μεσημέρι

Καρούζο.

Το βράδυ

ξερνάω

μια χούφτα

χαρτιά.

Καμιά φορά

μικροπρεπής

ζηλεύω δόξες

άλλες μοίρες.

Εμπαιγμός

και συμπόνια

όταν στη λήθη

παραδίδω

τη σκυτάλη.

Και

βουλιάζω.

Αλλά εμείς

είμαστε αυτοί

οι πονηροί

καλφάδες επιβίωσης

μισθού

ασφάλισης

και δικαιωμάτων

πένητες.

Και μη ρωτάς

γιατί

φωνάζουμε

Όλο

βουλιάζουμε

αγκομαχούμε

και βουλιάζουμε.

Σε δρόμους

σε πλατείες

τρώγοντας απ’ τα έτοιμα

ανασαίνοντας

βαριά

με πνευμόνια

σκονισμένα

και συνήθειες

της σάρκας

κακοήθειες

λίγο

στο θάνατο

λίγο

στη βροχή

λίγο

στην άσφαλτο

λίγο

λίγο

λίγο

βουλιάζουμε

φωνάζουμε

διαβάζουμε

καπνίζουμε

Βήχουμε πολύ

τελευταία

και προσευχόμαστε

μ’ ενδότερη

ματαιότητα

ελαφρείς

στον άνεμο

δείκτες

σαλιώνουμε δάχτυλα

φτύνουμε παλάμες

δοκιμές

δοκιμών

αλλά

πάντα

πάντα                          βουλιάζουμε.

Δεν

έγραψα

που να πεις

μια λέξη

μια φράση

που να διαβάσεις

και ν’ αξίζει

όσο χίλιοι

Θάνατοι

όσο χίλιοι

Ορίζοντες.

Στην αγορά

της γλώσσας

βγάζω παγκάρι

ρακοσυλλέκτης μανιακός

πουλάω σωσίβια

«Βουλιάζετε;»

«Βουλιάζουμε»

Εμείς

κάτω

πιάσαμε

πάτο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: