ΝΕΑ ΔΟΚΙΜΗ

Τόσα χρόνια θεωρούσα ότι η ποιητική αναζήτηση ήταν, κύρια, μια αναζήτηση φόρμας. Μορφή, ρυθμός, μέτρο ενδεχομένως, λεξιπλασία, η γλώσσα να μπαίνει σε μια μεγάλη χοάνη και με τρόπους δοκιμασμένους ή νέους, συνειδητούς ή τυχαίους να παίρνει ένα τελικό σχήμα.
Συνειδητοποιώ ότι αυτό συνέβαινε επειδή είμαι πρακτικός άνθρωπος – τουλάχιστον πολύ περισσότερο απ’ ότι θεωρητικός. Κι ίσως η λέξη «πρακτικός» να μην είναι η πιο κατάλληλη αλλά σίγουρα είμαι άνθρωπος της πράξης. Που σκέφτεται πάνω στη δράση κι όχι πάνω στις έννοιες.
Επομένως, αυτό που με απασχολούσε ήταν μάλλον το θέμα της δημιουργίας συνολικά, δηλαδή πώς να γράψω, πώς να πω αυτό που θέλω, πώς να γεννήσω κάτι καινούριο, σχεδόν ολότελα δικό μου – αναγνωρίσιμο ως τέτοιο. Ένα ύφος που να κρύβει το δικό μου πρόσωπο, όσο αυτό είναι δυνατό, γιατί απόλυτο δεν είναι σίγουρα (τα δάνεια κι οι λογοκλοπές χαρακτηρίζουν μόνο τους ικανούς δημιουργούς, όχι τους αδύναμους).
Αυτή ήταν κι η οπτική γωνία με την οποία διάβαζα. Συνεπής στα προστάγματα του Προυστ και μόνο θεωρώντας τον εαυτό μου ικανό αναγνώστη, κατάφερνα να αποκτήσω τη σιγουριά που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει κανείς αυτά τα ζητήματα. Εν τέλει, για να δώσει κατεύθυνση στο δάμασμα του ταλέντου του. Ασυνείδητα (όχι εντελώς, καθώς η υποψία αυτής της προσωπικής αλήθειας ερχόταν ταχτικά να με τσιγκλίσει και να μου δηλώσει την παρουσία της), είχα κατατάξει σε δυο μεγάλες κατηγορίες όλους τους συγγραφείς. Από τη μια μεριά ήταν όσοι έδιναν βάρος στη φόρμα κι από την άλλη όσοι έδιναν βάρος στο περιεχόμενο (όντας αυτή τη τελευταία λέξη αρκετά θολή στο μυαλό μου). Το μόνο που είχα καταφέρει όμως έτσι, ήταν να δημιουργήσω μια μεγάλη απόσταση από τις δυο πλευρές της ίδιας διαδικασίας. Κι αναθεωρώντας όλη μου τη μέχρι τώρα ανάγνωση, τα κριτήρια αλλά και τα αποτελέσματά της, διαπιστώνω ότι στη δεύτερη κατηγορία έπρεπε να τοποθετώ τις πιο «μέτριες» ή «άστοχες» δημιουργίες ενώ στην πρώτη, τις πιο ολοκληρωμένες. Εκείνες δηλαδή όπου η μορφή, ο ρυθμός κι οι στίχοι στο σύνολό τους, βρίσκονται σε μια στενή σχέση – άσχετα ποια σχέση είναι αυτή.
Θεωρώ ότι στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, στο βαθμό που κατέχω κάποιες πλευρές της, από το ’80 και μετά, υπάρχει ένα μεγάλο κοινό χαρακτηριστικό. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι η αναζήτηση της οικονομίας στο στίχο, στην έκφραση. Η ανάγκη δηλαδή, να ειπωθούν ή να μην ειπωθούν, όλα, λιτά, γρήγορα (όχι βιαστικά), σύντομα – όχι απαραίτητα «περιεκτικά» (άλλωστε δε μιλάμε για νοήματα αλλά για κόσμους και σχέσεις σημαινόντων) και καθοριστικά. Ναι, η λέξη αυτή νομίζω ότι εκφράζει πιστά αυτό το χαρακτηριστικό.
Τι εννοώ όμως;
Ας πάρουμε για παράδειγμα τους μεγάλους ποιητές του ’30, το Ρίτσο, τον Ελύτη και το Σεφέρη. Ας δούμε τον Καβάφη ή τον Καρυωτάκη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, ας δούμε τον Καββαδία, τον Κακναβάτο, τον Βαλαωρίτη, τη λεγόμενη «γενιά της ήττας» αργότερα, το Σαχτούρη, τον Πατρίκιο, το Λειβαδίτη αλλά και τόσους άλλους άξιους αλλά «δορυφόρους» των «αστέρων», στα πλαίσια της ηλίθιας φιλολογικής μας παράδοσης (Σαραντάρη, Παπανικολάου, Μόντη, Καρούζο και τόσους άλλους). Παρεπιπτόντως, σοβαρή διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι μια τόσο μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, παράγει τόσο πολύ και τόσο σπουδαία ποίηση, συγκριτικά ακριβώς με το μέγεθός της.
Το κοινό λοιπόν χαρακτηριστικό όλων των μεγάλων «παλιών» με τους οποίους μεγαλώσαμε και τους οποίους διδαχτήκαμε, το οποίο δε σημαίνει καθόλου ότι μπαίνουν από κοινού σε μια κατηγορία, είναι η αναζήτηση του μήκους του ποιητικού σημαίνοντος – και του χρονικού μήκους αλλά και του γλωσσικού. Δηλαδή: η γλώσσα (ο στίχος, η στροφή) εκτείνονται, ανοίγουν, θέλουν να μεγαλώσουν και να πολλαπλασιαστούν, να διαχυθούν ίσως κι έτσι ο στίχος μη όντας τόσο «αυστηρός» με την τυπική έννοια, μεγαλώνει αλλά κυρίως, το ποιητικό σημαινόμενο, το ποιητικό νόημα, εκδηλώνεται συνεχώς, παντού, σα ροή, όχι σε μια λέξη, όχι σα μια λέξη, όχι σα μια στιγμή. Ναι, αυτή είναι μια κοινή αίσθηση που έχω αποκομίσει από την ανάγνωση των ονομάτων που αναφέρθηκαν και πολλών άλλων. Ακόμα και στον Καβάφη συμβαίνει αυτό, καθώς η δομή η νοηματική των ποιημάτων του, ολοκληρώνεται σταδιακά, σιγά σιγά, σαν ένα αργό και σίγουρο βάδισμα. Το ίδιο ισχύει και στον Σεφέρη.
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο πάνω σ’ αυτή την παρατήρηση. Δε θα κάτσω να ψάξω να βρω τις αιτίες. Αυτό που με νοιάζει είναι το αίσθημα που αποκομίζει ο αναγνώστης από αυτούς, από την παλιότερη ελληνική ποίηση – ο ρυθμός της ζωής που περιέχεται εκεί μέσα, της ζωής και της καθημερινότητας.

Σήμερα, καλύτερα εδώ και 30 χρόνια, συμβαίνει η ακριβώς αντίστροφη διαδικασία. Δε μιλάω, το ξαναλέω και το τονίζω, για την αναζήτηση του «απέριττου» στην έκφραση, αυτής της καραμελίτσας που μασάνε μηρυκάζοντας τόσοι και τόσοι παπαγάλοι της φιλολογίας (και δεν έχουν ιδέα τι εννοούν συνήθως). Μιλάω για μια κίνηση προς τα μέσα του σημαίνοντος, όχι εσωτερική, προς τον ποιητή τον ίδιο αλλά ενδεχομένως προς την ποιητική γλώσσα. Σαν κάποιος που ψάχνει να βρει τον εαυτό του, όχι να τον «ορίσει» αλλά να τον τοποθετήσει απέναντι στις συνθήκες. Αυτό δηλαδή που αποτελεί και την ουσία της μεγάλης «Οδύσσειας».
Ναι, ψάχνουμε να βρούμε ποιοι είμαστε. Και δεν ψάχνουμε στον καθρέφτη. Αλλά ούτε εκεί που έψαξαν οι παλιότεροι. Δεν κοιτάμε ήλιους, φεγγάρια και θάλασσες, δεν κοιτάμε άλλους ανθρώπους και δεν κοιτάμε την «κοινωνία», τον «κόσμο». Κοιτάμε τα σκουπίδια και τους δρόμους, τις πολυκατοικίες, τα διαμερίσματα, τα υπαλληλικά γραφεία, τα ναρκωτικά και το έγκλημα, κοιτάμε την απέραντη σύγχρονη βία και μοναξιά, την κοινωνική βία και μοναξιά. Κοιτάμε τους ανθρώπους όχι με τους όρους των ιδεολογιών και μιας παραδομένης ηθικής αλλά στην πορεία και την αναζήτησή τους, στην χαζή κι άτσαλη καθημερινότητά τους, τοποθετημένους σ’ έναν κόσμο που αντικρίζουμε με έκπληκτα μάτια (όταν αφήνουμε στην άκρη τα ματογυάλια του παρελθόντος) και διαπιστώνουμε ότι δεν είναι άλλος από τον κόσμο τον καθημερινό, τον κόσμο όπου ζούμε. Θέλουμε δε θέλουμε, όταν ακούμε τη φωνή μας οδηγούμαστε εκεί. Πουθενά αλλού.
Έχουμε μια κοινή αίσθηση της εποχής. Γεννηθήκαμε μέσα σε μια ηττημένη και διαλυμένη κοινωνία, χωρίς κανένα ενοποιητικό στοιχείο με τους «άλλους». Ποτέ στ’ αλήθεια δεν ήμασταν αλληλέγγυοι, ποτέ στ’ αλήθεια δεν μπορέσαμε να οικοδομήσουμε τίποτα άλλο πέρα από μια σημαντική καλοσύνη. Θεωρώ τον εαυτό μου κακό άνθρωπο. Αδυνατώ να παραμερίζω όσα μ’ ενοχλούν αλλά η διαμαρτυρία δεν μου αρκεί. Θέλω να απαντάω στις προκλήσεις, ακόμα και τις πιο ηλίθιες. Αυτό είναι το περιβάλλον στο οποίο ζω. Ένας τεράστιος καθημερινός πόλεμος. Έτσι να κάνεις, θα δεις στη γωνία το έγκλημα να τρίβει τα άπληστα χέρια του. Τι να πω γι’ αυτό; Πού ταιριάζει ο ήλιος του Ελύτη και γιατί να μου αρέσει, όταν ο δικός μου ήλιος είναι σκεπασμένος με σύννεφα καπνού και διοξειδίου κι όταν έχω τόσο ποτιστεί μ’ αυτήν την καθημερινότητα, που στ’ αλήθεια μ’ αρέσει και ειλικρινά, δε θα με πειράξει αν πεθάνω από καρκίνο στον πνεύμονα, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι.
Γιατί να μην προχωρήσω σε χρήση ναρκωτικών; Τι είναι αυτό που θα μου το απαγορεύσει και τι είναι αυτό που θα με κάνει να μην έχω ανάγκη – κάποιες φορές- τις εντάσεις που προσφέρουν στο νευρικό μου σύστημα, τον βίαιο κύκλο τους που θα με επαναφέρει «καθαρό» στην πραγματικότητα, μετά από ένα ταξίδι απληστίας, ηδονής και πόνου; Και γιατί να μη θεωρώ φυσιολογικό το ότι υπάρχουν αδύναμοι χαρακτήρες που επέλεξαν ολοκληρωτικά αυτό τον δρόμο; Γιατί να μη νιώσω όπως κι αυτοί;
Γιατί να μην κυνηγήσω το χρήμα; Τι άλλο υπάρχει με το οποίο θα κατακτήσω ή θα δοκιμάσω όλα όσα θα ήθελα πάντα να κάνω. Χωρίς να έχω κάποια φετιχιστική σχέση με εμπορικά αγαθά, η ζωή απαιτεί γεμάτη τσέπη. Σήμερα δε διασκεδάζεις με πάρτυ όπως του ’60, όπου η ελληνική κοινωνία άρχισε να φανερώνει δειλά δειλά έναν αθώο εφηβικό ερωτισμό, μακριά από τους όρους που έβαζε η οικογένεια κι η μέχρι τότε παράδοση. Σήμερα ο έρωτας, ο πόθος κι η λαγνεία είναι καθημερινά ζητήματα. Το γυναικείο σώμα λατρεύεται σα θεϊκό υποκείμενο κι εγώ πιστός του, το ακολουθώ. Γιατί να μην το κάνω;
Γιατί να μην κλείσω το μάτι σε όσους μου το κλείνουν όταν δουλεύω μέσα σε μια σύγχρονη αγορά, γεμάτη με τσέπες που αδειάζουν και γεμίζουν, δάνεια, πιστώσεις, αγορές, παραγγελίες, μεταφορές, μεσάζοντες, χειραψίες με ανταγωνιστικά βλέμματα και χρήμα που ρέει άφθονο;
Και γιατί να μην προσπαθήσω να συλλάβω το χρόνο, να τον αρπάξω στα χέρια μου σα να κυνηγάω μια ενοχλητική μύγα, όταν το κύριο χαρακτηριστικό της καθημερινότητάς μου είναι η βιασύνη; Άγχος, τρέξιμο, δουλειές, δουλειές αναίτιες, ανούσιες, παρόμοιες, παντού το ελεεινό πρόσωπο της επιβίωσης, παντού η ταχύτητα. Ο θεός του σήμερα. Ζεις. Πάει να πει: γίνε Βέγγος.
Έτσι κι η κίνηση του στίχου, η κίνηση που ψάχνω για να αποδώσω τις ασυνέχειες της καθημερινότητας, τα χίλια της θραύσματα, την τάση της να σκορπίζεται, είναι μια κίνηση ανασύνθεσης. Και σήμερα δε, η κίνηση αυτή της σκέψης, των αισθημάτων, της γλώσσας, είναι μια ανάγκη επιβίωσης.
Η ποίηση έχει πέσει ένα σκαλί από το μεγάλο μυθικό της βάθρο. Έχει έρθει να γίνει, από εκφραστής ιδεολογίας, στάσης και προσωπικής περιπέτειας, ένα τσιγάρο που καπνίζουμε για να κλέψουμε χρόνο από όσα μας τρώνε τα σωθικά, μια ανάσα – αλλά μια ανάσα με άρρωστο καπνό. Αυτή την ανάγκη εξυπηρετεί η ανάγνωση κι αυτή την ανάγκη εξυπηρετεί η δημιουργία. Διαβάστε Γκανά, Πούλιο, Στίγκα, Γώγου, Άσιμο. Και θα με θυμηθείτε. Ακούστε τα τραγούδια του Οδυσσέα Ιωάννου. Δείτε τις σύγχρονες παραλλαγές στους παραδοσιακούς ρυθμούς. Ακούστε τη «Ρόζα». Γυρεύουμε στην άσφαλτο νερό. Ναι, το κάνουμε. Βεδουίνοι των πόλεων. Κι αν δε βρούμε, απλά πεθαίνουμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: