ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

1.
Γυρίζοντας το μεσημέρι από τα σπλάχνα του καλοκαιριού, αδειάζαμε το νερό – το τόσο νερό τριγύρω – χωρίζαμε το αλάτι. Ύστερα, σπάγαμε το βράχο αργά αλλά σταθερά, όλο το απόγευμα κάτω από πυρωμένα πεύκα και τρέχαμε ξυπόλυτοι για να προλάβουμε τον δυτικό ήλιο. Ο ιδρώτας στέγνωνε πάνω στα κορμιά μας και φταρνιζόμασταν κόντρα στο αεράκι. Το βράδυ ερχόταν μέσα στο ποτήρι με το κρασί, σα νεράιδα ή πνεύμα σκανταλιάρικο – μας ερέθιζε τη φαντασία καθώς χυνόμασταν επάνω στις καρέκλες. Ήμασταν δεν ήμασταν 18 χρονών αλλά κάναμε έτσι, μια ζωή γεμάτη, άσκοπη.
Τα καλοκαίρια μας, τα καλοκαίρια μας τα ανοιχτόκαρδα, τι απογίνανε μέσα στις πόλεις;

Τα λόγια αυτά θέλω να επιγράφονται ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ.

2.
Ησυχία. Ακούω τ’ άλογα που κουβαλάνε τη χερσόνησο πάνω στα κύματα. Ακούω τα δελφίνια που παίζουν γύρω τους. Τα πλοία που κυνηγούν τα λιμάνια για ν’ αράξουν. Τους ψαράδες που τραγουδάνε ζαλισμένοι από τον ήλιο. Τις μύγες που τσιμπάνε τα καπούλια των αλόγων. Τους γλάρους που κρώζουν πάνω στη χαίτη τους. Ακούω τη γη που ταξιδεύει.

Τραβάω το δρόμο μου τώρα.

Έτσι θέλω να επιγράφονται τα λόγια αυτά, ΑΚΟΥΩ ΤΗ ΓΗ.

3.
Κάτω στην πόλη, οι μέρες της κυβέρνησης έμοιαζαν μετρημένες. Ήταν συγκεντρωμένο πλήθος και μετρούσε αντίστροφα. Κάθε μέρα έδειχνε το τέλος της. Αλλά το νούμερο ήταν μεγάλο κι ο χρόνος είχε μετρηθεί λάθος. Το πλήθος σκορπίστηκε τελικά, αναζητώντας σοβαρά ρολόγια.

Τα λόγια αυτά θέλω να επιγράφονται ΣΥΝΤΑΓΜΑ 2011.

4.
Θα ‘μαστε λιγότερο άνθρωποι, περισσότερο απελπισμένοι.

Οι άνθρωποι έχουν ανατομία προσδοκίας, φτιαγμένη από τα χρόνια που μάθανε να κουμαντάρουν τη φωτιά – καίγοντας οι δυνατοί, τα σπίτια των αδύναμων.
Αυτοί που προσδοκούν τη συντριβή, την έχουν κιόλας φέρει.

Τα λόγια αυτά θέλω να επιγράφονται ΠΟΡΕΙΑ.

5.
Αρνούμαι κάθε πολιτική στα χρόνια της μεγάλης προδοσίας. Έχασα τους φίλους μου πέφτοντας μέσα στην σκατότρυπα της καθημερινότητας. Έχασα τους συντρόφους μου πέφτοντας από ψηλά νοήματα στους δρόμους που τους ανέμεναν. Έμεινα μόνος μου. Έγινα αλάνθαστος. Δεν έμεινε τίποτα που να μην το μούντζωσα. Με ξεβράκωσαν – αναρωτιέμαι γιατί κρυώνω. Απέκτησα το κενό βλέμμα του ηλίθιου, τον τσαμπουκά του. Μεγάλωσα, λιγόστεψα. Το ποτάμι της ζωής: ανίκητο.
Ξυπνάω ιδρωμένος – κοιμάμαι με τέρατα. Ονειρεύομαι:
ν’ αλλάξω πορεία στην κοίτη, ν’ αλλάξω πορεία στην κοίτη…

Τα λόγια αυτά θέλω να επιγράφονται ΕΓΩ.

6.
Ζητώ επέκταση φωνής
για την μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία
και για τις ώρες της εξόδου
από την παρομοίωση
Υπόσχεση:
πόθοι, καιροί, προδομένοι άγγελοι, φρενοκομεία – αμάξια, φρένα, αρρώστιες – φάμπρικες φαντάσματα, άνθρωποι στους δρόμους, η εκκλησία των μετανιωμένων – απελπισμένα μπαλκόνια, κουβέντες της συμφοράς, κουτάκια απ’ αναψυκτικά, κουτιά από τσιγάρα – ανώμαλη προσγείωση, γιορτή νεκρών και σκουριασμένη λάμψη από νέον.

Είμαστε έξω απ’ τον εαυτό μας, τρέχοντας στην Πατησίων, στην Αμαλίας τα σπασμένα πλευρά και στα Προπύλαια το δηλητήριο απ’ τα πνευμόνια μας.
Σκατά – μας τσάκισαν.
Θάνατος στο κράτος.
Θάνατος σε όλα.

Τα λόγια αυτά θέλω να επιγράφονται ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: