ΟΔΥΣΣΕΑΣ

 

Κι έσκυψε στη σκοτεινή ακρογιαλιά, πάνω απ’ τον φλοίσβο του ξεθυμασμένου Ποσειδώνα να πλύνει τον θυμό του. Αξεχώριστα μαύρο νερό και μαύρο αίμα.
Κι όπως γαλήνευε κι αυτός κι έφευγαν απ’ τ’ αυτιά του φωνές και βογκητά κι από τα μάτια του το πείσμα σαν το νερό να ‘παιρνε το αίμα μαζί και τον θυμό του, κοντοστάθηκε˙ και πιο αργά συνέχισε ώσπου σταμάτησε, έκατσε με μια κίνηση στην άμμο κι έστρεψε τα μάτια του στη νύχτα.
Της Καλυψώς τα χάδια τα σύννεφα κι η πελαγίσια η νοσταλγία η γαλάζια· τ’ όνειρο του σπιτιού το ψέμα το αγιάτρευτο μα πιο πολύ, μα πιο πολύ τα πανιά του ήλιου, τα γέλια των ναυτών τα κύματα, τ’ αστραφτερό πανί της μάνας κεντημένο˙ που βάδισες πάνω στο μπλάβο έδαφος, με μια σχεδία, μ’ ένα καράβι τσακισμένο περπάτησες και τα ‘δες όλα – όλα τα ‘κανες!
«Τα ψάρια έχουν την ανάσα μου, τα μαλλιά μου τα φύκια οι παλάμες μου οι σκοτεινές οι σπηλιές των χταποδιών˙ καθώς έσκυψα να φιλήσω το χώμα το όσιο, των θεών των αγαπημένων τα πόδια, ο αγκώνας μου λυγισμένος τα κουρέλια πεταμένα, γυμνός! — τη γυμνή μου τη γη να χαϊδεύω. Ένας ήχος απόκοσμος, δεν ξεχνώ, σαν χιλιάδες κοράλλια και όστρακα να βγήκαν από μέσα μου, στ’ ακρογιάλι σωριάστηκαν˙ θησαυρός που στραφτάλιζε στο μεσημεριάτικο ήλιο! Και το κλάμα εκείνο; Η αρμύρα μου πότισε το δέρμα μόλις έσταξαν χιλιάδες σταγόνες λαμπερές — δεν ήταν νερό, μόνο δάκρυα˙ πώς θρηνούσε το κύμα το στερνό μου ταξίδι!
Και τι ντροπή! Όλες μαζί οι Νηρηίδες που χόρεψαν για μένα – απ’ τον αφρό σχηματισμένο το κορμί τους κι ο γερο – Πρωτέας να κλαίει τη μεγάλη συμφορά της επιστροφής. Λέξη δεν είπα, δεν χαιρέτησα.
Πώς έπεισα τη Ναυσικά την πεντάμορφη, στον Πολύφημο τον αγριεμένο αγρίεψα κι οι Λωτοφάγοι δεν μου κλέψαν ούτε γυναίκα ούτε σπίτι ούτε γιο. Μα εδώ είμαι δυο πόδια και δυο χέρια στην αγκαλιά της Πηνελόπης φιλί ζεστό, δάσκαλος στον Τηλέμαχο, στο τόξο, στο παλάτι…Μικρός εδώ, στην θάλασσα Οδυσσέας.
Μα είναι που τα χρώματα μπερδεύονταν, μαζί και οι φωνές κι οι ήχοι. Τα γκρίζα σύννεφα του σπιτιού μου ο καπνός˙ κάποιο σκυλί που γαύγιζε, των κοπαδιών μου οι φύλακες, οι γέροντες οι Λαέρτηδες κι έλεγα τι θ’ απογίνω εγώ, ποια μοίρα μου ‘χουν γνέψει οι Αδερφές;
Ξεγέλασα θεούς. Απ’ την αθάνατη τους ζήλια και εκδίκηση, στάθηκα πιο ικανός. Ήταν γραμμένο ως εδώ και τώρα ξέρω – μικρός να ξαναγίνω από μεγάλος πρέπει και να πεθάνω ιστορίες λέγοντες στα εγγόνια μου -σιωπώντας. Μ’ αν αύριο κιόλας – τώρα δα! — στο καράβι μπω δίχως πατρίδα άλλη να περιμένει και στα ταξίδια μου χαθώ, ποια μοίρα θα μου έχουν ετοιμάσει; Δεν είν’ γραφτό μου να πεθάνω πριν να πέσω — θα σκυλιάσουν οι Αδερφές! Κι άπραγος έτσι θα κινήσω στις καταιγίδες και στις θύελλες να βρω την θεία μου φύση μ’ αγέραστη σάρκα και μαρτύριο. Εδώ είν’ ο τάφος μου˙ το ξέρω τώρα μα η γαλήνη εμένα ποτέ δεν θα με βρει.»
«Θέλω τον ήλιο»!
«Θέλω τη θάλασσα»!
«Δεν θα ‘χω απ’ τους ορίζοντες άλλο σπιτικό. Κι αν οι αντάρες με ρίξουν σ’ άγνωστες χώρες, μονάχα θα κοιτώ, αχρείαστη μου είναι πια η γλώσσα – κι έτσι θα μιλώ. Ούτε ζωή, ούτε γνώση, χωρίς λαχτάρα μήτε και να με λαχταράνε, χωρίς φόβο κι εχθρούς. Στεγνός από ελπίδα νησιά στον ήλιο παλάτια κι οι γλάροι που αιώνια πετούν τα πρωινά μου αστέρια, οι θεοί μου οι μικροί – στα χέρια μου επάνω! Τα νερά τα άψογα, τα κύματα τα παιδιά, οι βράχοι οι φρουροί, οι σκεφτικοί φαντάροι, η ανόητη χούφτα μου μισή στο νερό και μισή στη λιακάδα εξεγερμένη! Μόνος εγώ μες τα τόσα βασίλεια! Μόνο το μάτι μου τ’ ατίθασο – αυτό θα σέρνω – αιώνια τη δύση να προλάβω, σε κύκλο πάλι και την ανατολή.»
«Τι μαρτύριο θεοί μου η νεότητα σας! Αχ! και ποτέ να μην είχα γεννηθεί»!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: