Πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη ποιητική μου απόπειρα. Οι πρόζες αυτές γράφτηκαν σε κατάσταση πυρετική, τις νύχτες που δούλευα φύλακας σε κτίριο στο Μαρούσι. Ήμουν 25  ετών.

 

ΠΕΡΑΣΜΑ

Τα πρωινά μετά τις αϋπνίες, θα νίβομαι στους υγρούς ορίζοντες, εκεί που οι κορυφές της Αττικής στυλώνουν τον ουρανό κι εκεί που τ’ αφρισμένα νησιά φιλεύουν γη την θάλασσα.
Θ’ αναχωρώ.
Με τα χείλη στυφά και τα μάτια τσουγμένα. Το παντοτινά λαμπρό μου βλέμμα θα χάνεται πίσω απ’ τα δέντρα και τους δρόμους, στις ζωές των περαστικών, τους αναθεματισμούς και τις επικλήσεις τους.
Μια φωνή θα με καίει.
Και του έρωτα η μορφή, αλγεινή.
Θα περάσουν τα χρόνια.
Μια ζωή σκιερή σε φευγαλέες αβύσσους.
Ο άντρας θα καπνίζει, σκεφτικός, σιωπηλός.
Στις πρύμνες των ονείρων, στα κατάρτια των πόλεων, στα λιμάνια των ερώτων.
Νοσταλγία μου για κείνα που φύγαν.

Τι να έρθει σε άγνωστες μέρες;

Έχω πάλι να φεύγω…

Πλανεμένα μου μάτια! Δεν σας γέννησε σώμα. Με αυτές τις στάχτες, του νεκρού θεού, ξαπλώστε τώρα. Ζωγραφίστε το σώμα της πίκρας κι αυτό το αλαφροΐσκιωτο «Γιατί;», που οι γενιές ρωτάνε τον Πάνα.

Οι αγνές αμαρτίες που μ’ έδεσαν.
Η καρδιά μου η αγνή που λάθεψε.
Δεν έχει γυρισμό!

ΧΑΡΤΗΣ

Τα όνειρά μου είναι βουβά κι υπόκωφα σαν την καταστροφή. Τα σπίτια τα ζώα σαπίζουν χρόνια τώρα και ξερνάνε τους ανθρώπους τους έρημους δρόμους. Μια λεπτή ειρωνεία θα πληγιάσει τις φλέβες σου. Θα γίνω καράβι – ήσουν η θάλασσα. «Μην δίνεις κουράγιο στις σκέψεις σου, θα σε θάψουν ζωντανό»…
Ανέβαινα τα μονοπάτια κατά τα στόμια της νύχτας. Μ’ έκλεβαν οι σκιές που χόρευαν στο φεγγαρόφωτο μέχρι να ξημερώσει. Απολαμβάνω πάντα τη φρίκη σκεφτικός, καπνίζοντας.
Είμαι δω ακόμη. Κάποια τραγούδια άγραφα που γκρινιάζουν, τα σεντόνια μου που κλαίνε, τα παπούτσια μου μεθυσμένα αλητεύουν στους δρόμους.
Την φωτογραφία την πήρε ο άνεμος ένα καλοκαίρι – αν ποτέ της κιτρίνιζε θα ‘χε το μυστήριο του αγκαθιού και του βράχου. Ούρλιαζε η άμμος το βράδυ έναν θρήνο δικό της κι εγώ υψωνόμουν πάνω απ’ το κύμα, γοργά….
Οι φίλοι μου είναι ασήμαντα νεκροί και ζούνε δίχως αύριο. Έχω ανέλπιστα εξεγερθεί και σκαλίζω τον ουρανό για να κλέψω το υλικό του μέλλοντος. Θα τους κλέψω φωτιά για τα κατακάθια του χιονιού το χειμώνα και τις αυτοκτονίες του Σαββατοκύριακου…
«Μα γιατί στήνουν στον τοίχο τους κάμπους»;
«Θα εκτελέσουν το χρώμα»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Κι έσκυψε στη σκοτεινή ακρογιαλιά, πάνω απ’ τον φλοίσβο του ξεθυμασμένου Ποσειδώνα να πλύνει τον θυμό του. Αξεχώριστα μαύρο νερό και μαύρο αίμα.
Κι όπως γαλήνευε κι αυτός κι έφευγαν απ’ τ’ αυτιά του φωνές και βογκητά κι από τα μάτια του το πείσμα σαν το νερό να ‘παιρνε το αίμα μαζί και τον θυμό του, κοντοστάθηκε˙ και πιο αργά συνέχισε ώσπου σταμάτησε, έκατσε με μια κίνηση στην άμμο κι έστρεψε τα μάτια του στη νύχτα.
Της Καλυψώς τα χάδια τα σύννεφα κι η πελαγίσια η νοσταλγία η γαλάζια· τ’ όνειρο του σπιτιού το ψέμα το αγιάτρευτο μα πιο πολύ, μα πιο πολύ τα πανιά του ήλιου, τα γέλια των ναυτών τα κύματα, τ’ αστραφτερό πανί της μάνας κεντημένο˙ που βάδισες πάνω στο μπλάβο έδαφος, με μια σχεδία, μ’ ένα καράβι τσακισμένο περπάτησες και τα ‘δες όλα – όλα τα ‘κανες!
«Τα ψάρια έχουν την ανάσα μου, τα μαλλιά μου τα φύκια οι παλάμες μου οι σκοτεινές οι σπηλιές των χταποδιών˙ καθώς έσκυψα να φιλήσω το χώμα το όσιο, των θεών των αγαπημένων τα πόδια, ο αγκώνας μου λυγισμένος τα κουρέλια πεταμένα, γυμνός! — τη γυμνή μου τη γη να χαϊδεύω. Ένας ήχος απόκοσμος, δεν ξεχνώ, σαν χιλιάδες κοράλλια και όστρακα να βγήκαν από μέσα μου, στ’ ακρογιάλι σωριάστηκαν˙ θησαυρός που στραφτάλιζε στο μεσημεριάτικο ήλιο! Και το κλάμα εκείνο; Η αρμύρα μου πότισε το δέρμα μόλις έσταξαν χιλιάδες σταγόνες λαμπερές — δεν ήταν νερό, μόνο δάκρυα˙ πώς θρηνούσε το κύμα το στερνό μου ταξίδι!
Και τι ντροπή! Όλες μαζί οι Νηρηίδες που χόρεψαν για μένα – απ’ τον αφρό σχηματισμένο το κορμί τους κι ο γερο – Πρωτέας να κλαίει τη μεγάλη συμφορά της επιστροφής. Λέξη δεν είπα, δεν χαιρέτησα.
Πώς έπεισα τη Ναυσικά την πεντάμορφη, στον Πολύφημο τον αγριεμένο αγρίεψα κι οι Λωτοφάγοι δεν μου κλέψαν ούτε γυναίκα ούτε σπίτι ούτε γιο. Μα εδώ είμαι δυο πόδια και δυο χέρια στην αγκαλιά της Πηνελόπης φιλί ζεστό, δάσκαλος στον Τηλέμαχο, στο τόξο, στο παλάτι…Μικρός εδώ, στην θάλασσα Οδυσσέας.
Μα είναι που τα χρώματα μπερδεύονταν, μαζί και οι φωνές κι οι ήχοι. Τα γκρίζα σύννεφα του σπιτιού μου ο καπνός˙ κάποιο σκυλί που γαύγιζε, των κοπαδιών μου οι φύλακες, οι γέροντες οι Λαέρτηδες κι έλεγα τι θ’ απογίνω εγώ, ποια μοίρα μου ‘χουν γνέψει οι Αδερφές;
Ξεγέλασα θεούς. Απ’ την αθάνατη τους ζήλια και εκδίκηση, στάθηκα πιο ικανός. Ήταν γραμμένο ως εδώ και τώρα ξέρω – μικρός να ξαναγίνω από μεγάλος πρέπει και να πεθάνω ιστορίες λέγοντες στα εγγόνια μου -σιωπώντας. Μ’ αν αύριο κιόλας – τώρα δα! — στο καράβι μπω δίχως πατρίδα άλλη να περιμένει και στα ταξίδια μου χαθώ, ποια μοίρα θα μου έχουν ετοιμάσει; Δεν είν’ γραφτό μου να πεθάνω πριν να πέσω — θα σκυλιάσουν οι Αδερφές! Κι άπραγος έτσι θα κινήσω στις καταιγίδες και στις θύελλες να βρω την θεία μου φύση μ’ αγέραστη σάρκα και μαρτύριο. Εδώ είν’ ο τάφος μου˙ το ξέρω τώρα μα η γαλήνη εμένα ποτέ δεν θα με βρει.»
«Θέλω τον ήλιο»!
«Θέλω τη θάλασσα»!
«Δεν θα ‘χω απ’ τους ορίζοντες άλλο σπιτικό. Κι αν οι αντάρες με ρίξουν σ’ άγνωστες χώρες, μονάχα θα κοιτώ, αχρείαστη μου είναι πια η γλώσσα – κι έτσι θα μιλώ. Ούτε ζωή, ούτε γνώση, χωρίς λαχτάρα μήτε και να με λαχταράνε, χωρίς φόβο κι εχθρούς. Στεγνός από ελπίδα νησιά στον ήλιο παλάτια κι οι γλάροι που αιώνια πετούν τα πρωινά μου αστέρια, οι θεοί μου οι μικροί – στα χέρια μου επάνω! Τα νερά τα άψογα, τα κύματα τα παιδιά, οι βράχοι οι φρουροί, οι σκεφτικοί φαντάροι, η ανόητη χούφτα μου μισή στο νερό και μισή στη λιακάδα εξεγερμένη! Μόνος εγώ μες τα τόσα βασίλεια! Μόνο το μάτι μου τ’ ατίθασο – αυτό θα σέρνω – αιώνια τη δύση να προλάβω, σε κύκλο πάλι και την ανατολή.»
«Τι μαρτύριο θεοί μου η νεότητα σας! Αχ! και ποτέ να μην είχα γεννηθεί»!

ΑΥΡΙΟ ΚΙΟΛΑΣ

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε την λεπτή κακία των λουλουδιών – και περνάς ένα πρωί ολομόναχος ανάμεσα σε ματαιωμένα σχέδια και τις πιο ταπεινές χυδαιότητες της μέρας. Θα ξανάρθει ο ουρανός στο γκρι, θα ξαναπαίξει φλάουτο η θάλασσα και ξεχάσαμε το χώμα.
Πίσω απ’ τους καταρράκτες του τσιμέντου ένα βαθύ κίτρινο εμπαίζει την αϋπνία και βιάζει τον ποδαρόδρομο, το μοναδικό άρρωστο παιδί, το γνωστό δύσκολο πρωινό, όταν θες να επιστρέψεις.
Υπήρξαν γράμματα όπου έγραφα το σινεμά κλειστό, τον παράδεισο ορθάνοιχτο για τον έκπληκτο ταξιδιώτη και τον περίεργο μεθυσμένο, είχα βρει κάποιες μέρες αντίδοτο κι έπειθα τους τοίχους ν’ αφήσουν μια γυναίκα να ξεμυτίσει˙ εκεί που φυτρώνουν φοίνικες, το τέμενος σου όπου φρικτά σταυροκοπήθηκες κι όταν μας έδεναν τα καραβόσκοινα της Αλεξάνδρειας για να μην θυμηθούμε τα ριζά του Νείλου. Το παράθυρο στο στήθος του ποιος τ’ άνοιξε; Μίλησε τ’ αυτοκίνητο το τρελό το ανήσυχο το τρένο της εποχής και δίνουν τίτλους τα πουλιά και τα παιδιά παρατσούκλια. Ποιος είναι ο πρίγκιπας τότε;
Εγώ είμαι το παραμύθι.

ΣΗΜΕΙΟ ΕΠΟΧΗΣ

Από μπρούτζο ένας πράσινος δαίμονας – και θ’ ανοίξω την πόρτα. Δεν είναι από μένα που ξεκινούν όλες οι αποχρώσεις˙ είναι στον κόσμο που απεργεί το φως και το σκοτάδι σκαλίζω με τα χέρια μου τ’ αστροπελέκια, με τον θυμό και με τον ρόγχο.
Δεν υπάρχουν ποιήματα πίσω απ’ τις γρίλιες, τους στίχους ξεφορτώνουν φορτηγά στον Ασπρόπυργο. Στην Ομόνοια οι πόρνες αγοράζουν διαβατήρια κι εγώ μαθαίνω τα νέα απ’ την εφημερίδα.
Ένα γυάλινο κτίριο σάλεψε κάτω απ’ τον ουρανό και διαθλώνται τ’ αστέρια. Η καρδιά μου έχει κλείσει με κρότο. Κι εκδικούμαι με πέτρες, με πέτρες και χάδια.
Μην δίνεις σημασία στο αίμα. Τα καλοκαίρια κοχλάζει, φουντώνει ο ασβέστης, τα κυπαρίσσια αρπάζουν – σαν σημαίες χορεύουν οι φλόγες στων ανέμων το τραγούδι.
Δεν θ’ αργήσω να έρθω ξανά.

ΒΡΟΧΗ

Ο ρυθμός των πεζοδρομίων χωρίς βήματα, τ’ απόνερα μιας ελάχιστης διάθεσης στις λακκούβες — χρόνια τώρα˙ στο δρόμο τον άδειο, στη δεσποτεία της νύχτας την εκπληκτική.

Με τραβούν απ’ τα μαλλιά τα σπίτια
Κι οι ταράτσες να υψώνονται
Την άνοιξη τούτη φυσώντας
τα μπαλκόνια είναι κύμα γλυκό
κι ο μακρινός ο ήχος των αυτοκινήτων
υπόκωφος φλοίσβος –
και με παίρνει, υπνοβάτη, η παλίρροια

Τι με θες; Θα σου γίνω εγώ στάχτη.
Τι με θες; Η πυξίδα σου θα ‘μαι κι ό,τι δεν δε γέλασε ποτέ.
Περπατάς μες την πόλη μονάχος.
Οι ταμπέλες στους δρόμους
μια παλιά συμμορία,
η απόδειξη,
για τη λαχτάρα που σε κυβερνά –
σαν από πάντα.
Κι έφυγες από λάθος πένθος
και γύρισες
από λάθος προορισμό.
Με τη λαθραία ανάσα˙
είχε συνομιλήσει ο κυνηγός με το ελάφι –
με λαθραίο καπνό και κόπο˙
αλλού ήταν οι ευχές και οι γραμμές
που γύρευες να ενώσεις.

Ο βραχνάς ο μεγάλος της αλήθειας, η αρρώστια του κάθε σοφού˙ ανείπωτη και χιλιομασημένη. Πού έχεις τώρα να πας; Τώρα ή ποτέ;

Μια ψιχάλα – μια αδιόρατη κίνηση που δεν είδες ποτέ.
Κεραυνός – μες την αίθρια σκέψη σου,
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ,
το παράπονο…

Κι αν συναλλάσσονται οι άνθρωποι με τα χέρια τους τα μαύρα τα γοητευτικά, τι να την κάνεις μια προκαταβολή για το πνεύμα το καθαρό; Τα λουλούδια είναι ακόμα η υγρή μουσική που μας δένει και τα σπίτια το ‘χουν ρίξει στον τζόγο και στο ξύλο — μας χρεώνουν αδίστακτα τους ρυθμούς τους.

Να! Η θρησκεία της πόλης στους παντοδύναμους συρμούς τα μωρά που πεθαίνουν, οι παραμορφώσεις που δεν γίνεται να γεννηθούν.
Να! Όλο το καταφύγιο των οσμών – οι κάμποι που χάθηκαν, οι μαρμάρινες χωματερές, το δηλητήριο ψηλά στις κορφές που αχνοφαίνονται, οι ομπρέλες˙ στο βάθος του χρόνου. Όλο το ποίμνιο με τ’ αδιάβροχα αφουγκράζεται ανεπαίσθητα τη μακρινή βαριά περπατησιά των λακέδων που κυβερνούν, των ξυπόλυτων συνεπειών.

ΠΙΚΡΙΑ

Υπάρχει μια βροχή σαν υπενθύμιση, γελοία κι ανήμπορη μπροστά στους δρόμους που σφύζουν και στ’ άρματα που τραγουδούν.
Υπάρχει ο θόλος τ’ ουρανού που δεν περικλείει τίποτα.
Είναι τα βρεγμένα παπούτσια που ποδοπατούν τα σύννεφα και τρομάζουν τα πουλιά.
Είναι που βουβάθηκαν οι τριβές και τα πρωινά
Η πάλη των τάξεων ΣΑΝ να ‘χει διεξαχθεί, ΣΑΝ να γλιστράνε πιο πολύ τα πεζοδρόμια˙ τα πρωτοβρόχια πάλι, δεν σημαίνουν τίποτε.
Η αλύγιστη σταθερότητα της μεθόδου είναι το μπαστούνι για τους λειψούς επιστήμονες, τους ακατάδεκτους προδομένους κι η μουσική των απολιθωμάτων θ’ ανακλαστεί πάνω στους φράχτες. Α! Η πολιτεία – η πέτρα η φλεγόμενη που δεν σηκώνει κουβέντα, οι νεκροζώντανοι ηθοποιοί που σκίζουν τις οθόνες καθώς ανέμελα παίζουμε και τιναζόμαστε πάνω στους στίχους ενός μοιρολογιού.
Μα εγώ τραβάω το δρόμο μου πέρα απ’ το θάνατο και τις πεδιάδες, πέρα απ’ τις τρώγλες και τις χρυσές ακτογραμμές, πέρα απ’ τα σχέδια και τους καταρράκτες, πέρα απ’ τις δακρυσμένες ανηφόρες! Τις μεγάλες κι έρημες μυστικές πόλεις που κρέμονται στους γκρεμούς διασχίζω˙ κι έχω χαθεί, κάτω απ’ τις στέγες των κυπαρισσιών και των ελάτων που θυμούνται. Πάντοτε τυλιγμένος το σάβανο των ανοιξιάτικων απογευμάτων, γονατισμένος απ’ τη βαρβαρότητα της ατέλειωτης νύχτας του χειμώνα.
Έτσι κι αλλιώς, η αφροδισία της φιλοσοφίας είναι ο μύθος.

ΧΩΡΙΣ ΛΕΞΗ

Κι όταν δεν υπάρχει νόημα σε χιλιάδες σελίδων; Σε μια λέξη χωράνε τα πάντα. Μια σκέψη φευγάτη, ένα πουλί παιχνιδιάρικο˙ σαν την άβυσσο. Κάποιο πολύ, δύσκολο βράδυ.

ΑΣΤΥΦΙΛΙΑ

Η ακαμψία των ειδώλων της πραγματικότητας – δεν θα επιστρέψουν σε καμία γη. Και πάλι, το παιδί που ξενιτεύτηκε απ’ την κίνηση – δεν θροΐζουν τα δέντρα το βράδυ. Όπως συνήθως συμβαίνει με τη σκέψη κι η αλληλουχία των γεγονότων εισβάλλει σαν κομήτης, για να συντριφτούν από απροσεξία όλες οι χορδές της κιθάρας κι όλοι οι οξείς ηρωισμοί του πνεύματος.
Κι ο Θεός μόνο ξέρει κι εμείς ευτυχώς γελάμε με το γέλιο μας, μασκαρευόμαστε τη θάλασσα προχωρώντας στις πείνες της θέλησης και τις νηστείες της πραγματικότητας. Α! ξαπλώνουν τα καράβια μας, μες τα όστρακα μεγαλώσαμε αφελείς, παντοδύναμοι για ομορφιά.
Τότε λοιπόν, θα γονατίσουμε τους έξαλλους ουρανούς, με το μαχαίρι ακονισμένο θα υφάνουμε κρυφά πετράδια.
Μόνο που κρατάς ένα μαντήλι της γιαγιάς αποχαιρετιστήριο και τις μέρες που καταφέρνεις να δεις και ν’ ακούσεις δεν σου μένει ύπνος ή κάποιο ασημένιο φυλαχτό στο λαιμό ή στον τοίχο και – δεν μπορείς ν’ ανασάνεις, είναι το αναρριχητικό παιχνίδι των τραγουδιών που κάνει τις μέλισσες να μεθούν, τα φτερά τους να ιδρώνουν. Λαμποκόπησε η μέρα σου βγαίνεις κερδισμένος˙ εγώ πλέκω ανέμελα σφυρίγματα, ανώφελα μέτρα και σταθμά – το τραγούδι της υπομονής, το ξεπούλημα μου!
Παρά τη δυσκίνητη γλυπτική των εικόνων, πέφτω πάντα τα ξημερώματα τα χαρακώματα για ύπνο. Αφού υπάρχει μια μίζερη πραγματικότητα – εκεί είμαι ‘γω, σε μια θολή συσχέτιση ουρανών, στα καταπληκτικά ευρήματα των πόντων, πράγματα που δεν μπορούν να μετρηθούν μ’ έναν εξελιγμένο ορθολογισμό και τη μοιραία αναβολή των διδαγμάτων. Ένα παχύ στρώμα για τα ξεκούρδιστα μέλη του εξερευνητή, μια αδιάκοπη φωνή στα κλεφτά, ένας άλλος κόσμος – κι ήρθαν να με πάρουν με σμιχτές τις αψίδες των ματιών τους! οι μωροί…
Θα ‘ταν τιμή μου να μη φεύγω με τρόπο παράταιρο απ’ τις πολύ στιβαρές στέγες της αλήθειας, μα έλα που κρυώνω στους κατασκευασμένους ήλιους και δεν αντέχω το αποξηραμένο νερό που μας στεγνώνει. Τέλος, βαριά μου πέφτει η ερημική δροσιά του 21ου αιώνα. Πού να ‘ναι τουλάχιστον οι αντικατοπτρισμοί των οάσεων; να με συγχωρείτε…

ΠΑΡΟΞΥΣΜΟΣ

Δεν ξέρω τι να πω.
Τι παραμονεύει και τι θα ‘ρθει στο γύρισμα των αιώνων; Απότομο ή κι ολόισιο.
Παραμένει φορέας του νοήματος μια στρατηγική χωρίς άκρη. Χωρίς το μεγάλο το ηρωικό τέλος των ξεπεσμένων, τα γοητευτικά περάσματα, τις ροές των απαράμιλλων ποταμών – οι κοίτες των πόλεων, η μοχθηρία των άστρων, οι μολυβένιοι οι κρίκοι όλων των ανθρώπινων ζωών. Για μια πανουργία εύθραυστη κι ένα όνειρο σαν ξεκομμένη ανάσα.
Στο μεγάλο κατευόδιο θα μου μιλήσει η Φύση, μ’ όλα τα νερά και το χώμα της. Οι παράξενες κλίσεις κι όλη η γεωμετρία των νυχτερινών πόνων. Είναι δικιά μου αυτή η ασυγχώρητη χορευτική διάρκεια των ημερών˙ στα φανάρια και τις θαλάσσιες διασταυρώσεις το τρεχαλητό, το τρελό κι απύθμενο μένος κάθε κραυγής, η παρουσία μιας φανταστικής διάνοιας μοναδικής στο ταξίδι της μέχρι να πεις το ναι.
Όμως σ’ αναγκάζουν τα ξύσματα της βροχής στο παράθυρο ή που η ονειρική διαύγεια της παλίρροιας έδωσε τη θέση της στην κατασκότεινη νύχτα και τον πόνο των βράχων. Άραγε από πού έρχεται εκείνη η αίσθηση που δεν βίωσα ποτέ η τόσο δικιά μου;
Τώρα είναι νωρίς για τα παιδιά, αργά για κουβέντες. Και ο δρόμος ανοίγεται σιωπηλός μέσα στο μυστήριο των εκδοχών, του κατανυκτικού βαδίσματος˙ στα διόδια που πλήρωσα μ’ αίμα τη λαιμαργία μου την άξεστη.
Μου επιτρέπεται να τονίσω τη μελωδία μέσα στο μαύρο ή σαν την εποχή θα περάσω απαρατήρητος, νοσταλγός των πάντοτε αρχών — γη μου! – και – φρίκη! – προειλημμένος;

ΣΟΦΟ

Τα παραμύθια που σ’ εξημερώνουν η άγρια φύση που σ’ εκπαιδεύει – και δεν την ξέρεις. Χανόσουν πάντα στη νυχτερινή λεωφόρο˙ τα μαύρα σου μαλλιά που ‘σβηναν μες τις σκιές, τα λευκά σου χέρια άφαντα μες τα φώτα. Γεννημένη από αιώνες κι ο δρόμος σου κλεμμένος, μια γέφυρα που δεν θα την διασχίσεις, ούτε κανείς, ποτέ. Κι έγινες θρησκεία, σαν επίλογος, τόσο αναγκαία, σαν συμπέρασμα˙ και μεγαλώνοντας βρίσκεις τα παραμύθια πιο σοφά απ’ τα παιδιά που τα ξέρουν και δεν στα εξηγούν.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Την εποχή που ήμουν παιδί έκλεινα τα μάτια (με κρότο). Και γινόμουν πουλί.
Έτσι, αποπλανούσα τον ουρανό.
Πώς να πεις τα πράγματα με το δικό σου τρόπο.
Γραπτά· σαν να μιλάς.
Ανασταίνοντας τις πολύ συνηθισμένες ακροάσεις˙ κι οι λέξεις που ‘σκασαν στον αέρα σαν πυροτεχνήματα – …έσβησαν.
Ο δικός μου τρόπος – ο μικρός μου κόσμος.
Μια ολόκληρη ιστορία άγνωστη, ανείπωτη. Είναι χαμένη αυτή η υπόθεση – από χέρι, σίγουρο και σταθερό.

μια αιώνια απολογία
του χεριού η ομολογία

Οι γέφυρες κυλούν κάτω απ’ τα πόδια μου. Οι λεπτές χαραγματιές του αφρού πάνω στο θαλάσσιο όγκο που κινείται – ένα μυστήριο ξετυλίγεται στο θάμπος των ματιών μας.
Τι ταξιδεύει πάνω μου; – εγώ ακίνητος.
Τι ταξιδεύει πάνω μου; – ό,τι έχω περιεργαστεί παλιό σαν τον κόσμο, ό,τι έχω ζήσει δεν πρόλαβε να πεθάνει (ΚΙ ΙΣΩΣ ΠΟΤΕ)
Δεν αναπνέω…
ΕΓΩ είμαι πίσω απ’ τον Όμηρο – και δεν μ’ έχετε δει που σας βλέπω.
εγώ είμαι το μπαστούνι του, τα αιώνια σκοτεινά του βλέφαρα, οι αόρατες λέξεις που του είχαν Δοθεί και τον είχαν Κλέψει.
ΕΓΩ είμαι η εικόνα στ’ αγγεία — πώς αρέσω στη Μούσα! Δεν μου γνέψαν κλωστές (πώς να υπάρξω;) και μιλάω στα παιδιά.
Α! και να ήμουν τ’ όνειρο που με γέννησε!

ΕΠΙΠΕΔΑ

Είμαι ένα παιδί, γονατισμένο, που προσεύχεται – και δεν ξέρει πού.
Το κτήμα στο νησί με τη μισή σκιά του φεγγαριού, ένας κόσμος ολόκληρος έχει τρυπήσει το χώμα κι έχει σκάψει ως την άσφαλτο. Το πρωί, θα χηρέψουν τα πουλιά, τι θα μας τραγουδήσουν έπειτα οι θάμνοι;
Είμαι ένα σύρμα τεντωμένο από κολώνα σε κολώνα και ξυπνάω νωρίς. Έχω φωλιάσει στα σύννεφα κι η μεγάλη ληστεία των ανέμων θα καταγραφεί κυνικά στα πρακτικά των πεζοδρομίων και των πόλεων.
Δεν χωράω στο δρόμο. Τα διαμερίσματα με μελανιάζουν σαν δαγκάνες, Από άκρη σε άκρη πηδάω, χνωτίζω τα τζάμια σαν χειμωνιάτικη ανάσα κι απ’ τις ράχες των τοίχων κρεμιέμαι.
Είμαι ένας δαίμονας είμαι ένας άγγελος. Είμαι ο αφέντης και βολτάρω στο τσιφλίκι μου, μ’ έχει βαρύνει η τεμπελιά, στο μέτωπό μου έχουν καεί ζωές και χτυπάω φιλικά των κολίγων τις πλάτες.
Έχω την πονηριά του δούλου. Δεν με γέννησε άνθρωπος. Είμαι ένας δαίμονας που σβήνει φωτιές – είμαι ένας άγγελος μ’ ένα βιβλίο καλοσύνης και πυρπολώ ανήσυχες καρδιές˙ έπειτα αναδεύω τις στάχτες.
Είμαι αυτός ο περαστικός με τα τζιν, είμαι η γυναίκα που κοιτάει βιαστικά τη βιτρίνα μες τη βροχή — κάνοντας όνειρα με χρώματα και μανίκια, είμαι ο παππούς στο καφενείο˙ το καπέλο μου, κομπολόι, και καφές, σαν να ‘ναι πάντα ο τελευταίος. Είμαι οι μανάδες που ζηλεύουν τα παιδιά τους, ένας δικαστής, ο πιο σοφός κι ο πιο νεαρός, στην παιδική χαρά να δικάζω το χρόνο με τα παιδιά να ομολογούν ότι μεγάλωσαν.
Δεν μπορώ να είμαι εκείνος ο μικρός Παλαιστίνιος που ρίχνει την πέτρα στο τανκ. Θα ‘θελα να ‘μαι η πέτρα στα χέρια του.

ΝΙΚΗ

Όλη τη νύχτα σιγοτραγούδαγε η λέξη – δεν την άκουσα
ποτέ

Και μυστικά σεργιάνιζε στα χείλη μου.
Κι ύστερα,
το παγωμένο χαμόγελο του Εωσφόρου
έφερε το πρωινό,
με την παλιά του προδοσία.
Ξύπνησα με τη λέξη ήδη νεκρή –
και τα μάτια κλειστά –
ξεβρασμένη απ’ όνειρα και ταξίδια.
Χαιρέτισα τις τελευταίες ριπές της νύχτας
– α! οι ακροβασίες της φαντασίας –
και ξεκίνησα να ζωγραφίσω έναν
Παράδεισο.

Μυρίζω πάντα αλάτι.
Κι έχω τον ρυθμό της μπόρας στα μηλίγγια μου.
Θέλω ν’ αντικρίσω τις χιλιάδες των λέξεων
ετοιμοθάνατες στις ακρογιαλιές
να μαρτυρούν ναυάγια σε τρελές τρικυμίες
και σε μέρη ανείδωτα.
Το βάλσαμο θε μου.
Ανοίγω τα μάτια.
Οι ακρογιαλιές
φωτίστηκαν…

ΓΥΝΑΙΚΑ

Στα ξερά τοπία θ’ αδράξουν τις ξερές λέξεις. Στα υγρά τοπία θ’ αποκτήσουν κείνη την τρικυμιώδη ματιά. Το λαρύγγι τους θα σμίγει με τον έρωτα. Αυτή είναι μια προϊούσα αλήθεια που πρέπει να γίνει πιστευτή απ’ το μέλλον.
Τα χέρια τους θα ‘χουν τη ζέστη χωρίς την υποταγή. Φιλιά κρύσταλλα από πόθο – όχι από λύπηση.
«Τραγουδήστε μας μέσα στις πόλεις που σας ποδοπάτησαν τις αλήθειες σας».
Σας υποδέχτηκαν τόσες λεωφόροι. Οι ιαχές σας έγιναν παράγκες. Φωλιάζατε απελπισμένες, κλαμένες. Τα γόνατα δίπλωναν απ’ την πολλή αμαρτία. Κρατάει η γυναίκα τα κλειδιά και πρώτη ανοίγει την πόρτα.
Και μεθυσμένη ασπάζεται το λόγο τον βαρύ που την μαστίγωνε.
Κι έτσι γερνάει βαρύθυμα. Πίσω από μπαλκονόπορτες κρύες. Με γέλια ξένα. Κι έτσι πέφτει απ’ το κλαδί της με μηχανικό θάνατο.
Πληρώσαμε για μια αυτονόητη δροσιά. Βουίζει η πόλη. Σκοτώνει η άσφαλτος. Ταιριάζουν τα γυναικεία μάτια στις προκυμαίες που προστάτεψαν πάντα, με θεϊκή συνέπεια, κουρασμένα κορμιά και κρύες φλέβες απ’ το χαμό.

ΓΑΛΗΝΗ

«Ποιος θα μου εξηγήσει τώρα το νόημα μιας κατάφασης χωρίς τελειωμό»; αναρωτιόταν.
Κι ήταν η ζωή του σελίδες από βιβλίο. Απ’ το δικό του άγραφο ημερολόγιο με τα φύλλα που σκόρπιζαν ένα αυγουστιάτικο σούρουπο.
Αν είναι κάποιος να γίνει κάδρο ή φωτογραφία, καλύτερα να πεθάνει. Αλλά πάλι, θυμάται τις στιγμές όλες κι όλες τις ηλικίες και τις ζωές. Ατόφια πράγματα.
Ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο με τζιτζίκια και φωνές απ’ τη λαϊκή αγορά κάτω στο δρόμο, είχε γείρει το κεφάλι μεθυσμένος – έπλεε σε νοσταλγίες…Ο παπάς περπατούσε αργά προς την πόρτα της εκκλησίας, μετά την αυγή, σαν σκιά χωρίς σώμα.
Σ’ ένα άγουρο έφηβο μηρό, ωριμάζουν τα χάδια.
Είχε ταξιδέψει εκείνος, σ’ ηλεκτρικές κιθάρες, πηγαίες μελωδίες, παραζάλεις. Χορός θε μου!., και βάρβαροι κρουστοί ρυθμοί.
Τα ξανθά, τα μελαχρινά, τα κόκκινα μαλλιά της. Μαύρα μάτια, γαλάζια και πράσινα.
Σαλεύουν τα βλέφαρα. Η καμπάνα έσπασε τ’ αναφιλητό που πάλευε στο λαρύγγι.
«Τα χέρια έχουν τόση μνήμη».
Οι αναθυμιάσεις των σωμάτων είναι πιο μεθυστικές απ’ το πιο βαρύ ποτό και την πιο φευγάτη διάθεση.
Ο παπάς είναι επαγγελματίας. Κακό τροπάρι και το κερί σώνεται απ’ τη φλόγα του. Πυρπολημένο ράσο, σκιά φωτεινή. Σε θαμπά πλάνα μπορούν να εκτυλιχθούν εκπληκτικά δράματα.
Θ’ ακουμπήσω δυο γλυκές και τραγικές μελωδίες στο μνήμα. Κι ένα σόλο άξεστο: πιατίνια και τύμπανα, πιατίνια και τύμπανα πλέον… Το σούρουπο φεύγει, θα με πάρει ο τζίτζικας της νύχτας κάτω απ’ τα κυπαρίσσια.
Όμως σ’ αυτό το κοιμητήρι δεν θα μπούνε. Σ’ αυτό το κοιμητήρι των νεκρών φίλων πρέπει να πάω μόνος. Δεν δύναμαι χωρίς τις ξεφτισμένες τους επιγραφές, τα πολυκαιρισμένα τους μάρμαρα. Στο μεγάλο μονοπάτι του κοιμητηρίου, το φευγάτο σούρουπο θα ρίξει την αυλαία των σκιών απ’ τα δροσερά κυπαρίσσια. Ας παραμερίσουν… θα λυγίσουν τα γόνατα απ’ τις παράδοξες απαντοχές και τη γνώση της γεωμετρίας των ίσκιων.
Η καμπάνα είναι γαλήνη πια – μα αράγιστη. Δεν βγάζει κανέναν ήχο. Κι ο δρόμος γέμισε θραύσματα από τη γυάλινη βροχή που πετσοκόβει τόση ώρα την ατμόσφαιρα. Θα ματώσουν τα σύννεφα – θα πέσει κι ο ήλιος. Ο τζίτζικας θα συνεχίσει το τραγούδι του. Εγώ θα ‘μαι μόνος μπροστά απ’ την αυλαία των κυπαρισσιών, μετρώντας τις μνήμες.
Μια φορά συγκατατίθεται το σώμα, με μια αμετάκλητη προδοσία, δίχως σκοπό και δίχως σπίθα – κι εκρήγνυται μες τη γαλήνη του χρόνου. Προδοσία για την οποία δεν προλαβαίνει να μετανιώσει κανείς.
Κρατώ μια κλωστή πάνω απ’ το μνήμα, μίλια τα όνειρα, τα χρώματα κι οι μυρωδιές γονατιστές.
Είμαι παιδί. Κρεμιέμαι απ’ την κλωστή και κάνω τον ακροβάτη. Πέφτω. Τα γόνατά μου ματώνουν. Κλαίω, ξεθυμαίνοντας γι’ αυτήν την απροσεξία που με γεμίζει παράπονο και την ελπίδα της φροντίδας. Αρκεί αυτό.
Αχ! κι είναι γαλήνιο σαν γυναικείο χαμόγελο τούτο το Αυγουστιάτικο απόβραδο…

ΠΑΤΡΙΔΑ

Ήλιος και βράχια –
κόκκινο καφέ ξερό, μ’ αλάτι˙
και στις ξυσμένες άκρες τους,
οι άνεμοι κι οι ορίζοντες,
εσταυρωμένοι.
Και το χειμώνα,
Πάνω απ’ τα γένια των βουνών τα κωνοφόρα μην μπερδευτείς –
ο ουρανός εξόριστος,
σκαρφάλωσε η θάλασσα και κλαίει.
Ξαναβρήκα τον εαυτό μας, μα δεν ήταν ο ίδιος Ο κύκλος είχε κλείσει, αλλά όχι εκεί που ξεκίνησε.

ΠΥΡΟΔΟΤΗΣΗ

Διαβάζοντας αραχνιασμένα διηγήματα και πολύτιμες
σελίδες, ξημερώθηκα.
Τα μάτια μου έπλεαν σε στίχους και εικόνες, ώσπου αφέθηκα να κυλήσω σε βυθούς απέραντους
καινούριους
Πετάχτηκα απ’ τον ύπνο μου σχεδόν ουρλιάζοντας μα τώρα είχε το βλέμμα μου των φυγών την αίγλη, των ταξιδιών την άγρια ομίχλη και λαχτάρα.
Κάτω, ο δρόμος μηχανικά σιωπηλός.
Έπνιξα την ανία μου στη φιγούρα μιας γυναίκας
περιμένοντας το λεωφορείο. Τα φωτεινά χρώματα απ’ το φουστάνι της ντρέπονταν το
σκοτεινό μου βλέμμα -έφταιγαν τα παράταιρα πρωινά κελαηδίσματα που έφυγε βιαστική.
Στα Προπύλαια φοιτητές ξαπλωμένοι στο γρασίδι λιάζονται τεμπέλικα, φωνάζουν και γελούν κάτω από ερυθρόλευκα πανό.
Αδειάζει ο δρόμος σιγά σιγά
κι εκείνοι καρφώνουν τις πικέτες με τα συνθήματα τους –
κι ανοίγουν πανιά.
Έχω ανέλπιστα κολλήσει στον πάγκο με τις εφημερίδες
και τα περιοδικά˙
μπερδεύονται τα μάτια μου στα πολύχρωμα εξώφυλλα˙
φωτογραφίες, υποσχετικές φράσεις,
μια πρωινή παρωδία.
Στη μυρωδιά του αχνιστού καφέ – σωτήριο φλιτζάνι –
ξαναγκαλιάζω όλες τις αισθήσεις.
Κι είμαι όλος θερμός απ’ την εκρηκτική μέρα.

Τι χρώματα λουλούδια, ανταύγειες του ήλιου στα μαλλιά και στα κτίρια, τα παράθυρα που μαγκώνουν την πόλη, τα μπαλκόνια που αυτοκτονούν στους δρόμους, εκείνοι με τα μαύρα παλτό σαν αλήτες που κρυώνουν σκεφτικοί σκυφτοί, τα παιδιά τα γέλια κι ο κουτσός ο σκύλος που τον αγνοούν και γι’ αυτό θα πεθάνει τυχαία, τα σύρματα τα ηλεκτρικά, οι χορδές των τροχοφόρων…
με το φίλο γελάμε απολαμβάνοντας εφημερίδα, κερδισμένοι απ’ τη μύγα που ψαχουλεύει στο τραπέζι μας.
Σπιθίζει η μνήμη ακονίζοντας εικόνες.
Πού θα με βγάλει τούτη η μέρα;

 

 

 

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Το τέλος όλων των χρωμάτων – κι απ’ τη σιωπή είναι που ξεκινώ. Όλα τα βήματα έχουν εντυπωθεί στο δρόμο αυτό, με μια ερασιτεχνική αφέλεια κι υπομονή. Ακολουθώντας κανείς τα υστερικά στολίδια φτάνει στις πηγές των οδών, πέρα απ’ τη γνώση του κακού των χειμώνων. Εδώ.
Έχω αγύρτικη κράση. Κι όλες οι αναθυμιάσεις των τελματωμένων σκέψεων με τ’ ανοιξιάτικο μου πέρασμα, θα κατακάτσουν. Ας με πάρει, λοιπόν, η νύχτα. Ας με καταπιεί η σιωπή. Τούτες οι ώρες σφύζουν από πυροβολισμούς και μνήμες, από έξαλλους χαιρετισμούς, αντιστοιχίες, από παρόμοιες εκτάσεις και μια υδάτινη μελαγχολία που αυλακώνει κάθε πικρία. Θα με θυμηθεί το πέταγμα το ψηλό;
Το τέλος όλων των χρωμάτων˙ μετά, η προοπτική. Όλα τα ορατά που διακλαδίζονται σαν σ’ όνειρο – η ανατομία του κόσμου – ο βολβός του θεού που χορεύει, που μας γελάει, που δεν υπάρχει.
Εγώ κρατώ τις παρτιτούρες των ουρανών, για τη μαεστρία της φύσης και του δισταγμού, για τα ομοιώματα που θρηνούν σαν άνθρωποι, για μια αλλιώτικη συγγένεια και τα παιδιά τα μεθυσμένα λουσμένα σε χιλιάδες ευφρόσυνους ήλιους.
Πυρετός…παρά το νερό το απόκοσμο που σκαρφαλώνει στα μηλίγγια μου. Περνάω απ’ τις τελευταίες μεγαλουπόλεις προς το ησυχαστήριο των αστεριών.
Άχνα.
Είμαι ένας θεός. Με ακατανόητο το γέλιο στην πιο πικρή στιγμή και το μυαλό μου διψασμένο για ενοχή.

ΝΕΚΡΟΣ

Το φταίξιμο γι’ αυτόν το θάνατό του
Οφειλόταν σίγουρα στα τοπία που εναλλάσσονταν
γρήγορα.
Άγνωστες λεωφόροι πίσω από άγνωστες λεωφόρους
Φωτισμένες στο βαθύ σκοτάδι ηλεκτρικά
ή τα πρωινά με τους μακρινούς ήλιους των ανατελλόντων
χρωμάτων
να ξεπλένουν το παρμπρίζ απ’ τα σκοτάδια. Ήταν όμως και στους άγνωστους οδηγούς που δεν είχαν πρόσωπα
και στις άγνωστες κατευθύνσεις
που του τραγουδούσαν με σαγήνη
ένα τραγούδι γοητευτικό
και μυστικό –
ψιθυριστά,
έφτανε στ’ αυτιά του.
Τα θεμέλια του κόσμου του
σκάφτηκαν πάνω στη ρευστή προδοσία της σιωπής.

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Στην εκπληκτική μου ευγένεια που εξορίζει την υποκρισία και φυλακίζει τους δαίμονες – τους ξέρω καλά.
Στην ικανότητα μου να ξεδιαλέγω ό,τι ανάξιο και να φυλάω τις λέξεις στον κόρφο μου, βουτώντας τις απ’ το σβέρκο.
Στην άμετρη στήριξη της πραγματικότητας – όταν σιωπώ.
Στην επιβράβευση των κεραυνοβολημένων βλεμμάτων.
Ξεχειλίζω απ’ ό,τι δεν είμαι – πράγμα που μ’ αποτελεί.
και ξεχωρίζω από την τέλεια μεταστροφή της συνείδησης μου.
Οι διαταγές της αισθαντικότητας, αφοσιωμένος στ’ ανόητα πάθη που με λάξευσαν, οι καιροί περνούν με σχετική αδιαφορία.
Πάντως το υφάδι που πλέκω είναι για μια ναυαγισμένη μεταφυσική που με βοήθησε να είμαι ο εαυτός σου.
« Δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι», ψιθυρίζω σαν δέηση πριν κλείσω τα μάτια. Και ξυπνάω στα σοκάκια του Λονδίνου ή της Αθήνας με τρύπια κόκαλα απ’ την υγρασία. Κι ύστερα χρειάζομαι μερικά χρόνια για να επιστρέψω.
Ίσως γι’ αυτό να ‘χω τούτη τη συνήθεια το χειμώνα – να κοιμάμαι μ’ ορθάνοιχτα παράθυρα.
Αγιασθήτω τ’ όνομα σας που με δεχτήκατε κι απόψε τον μικρό.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟΥ

Και Να! – η τιμωρία της νύχτας
Και Να! – τα παλάτια των θλίψεων
Τι τραγούδια ευχετήριων λυγμών;
Ο ρυθμός της μπόρας επάνω στο γρασίδι, τα σήμαντρα που έχουν σωπάσει,
Οι κάμποι που δεν υπάρχουν.
Εκεί βαδίζω, αδράχνοντας τους καρπούς όλων των πειρασμών.
Μια ροπή προς την άρνηση θα φτερουγίσει χυδαία κατά την εξημέρωση του ήλιου. Για να μπορέσουν όλοι οι ήρωες του παραμυθιού, κυρίως όσοι δεν θα ονομαστούν ποτέ και κρύβονται πίσω απ’ τα κλαδιά των δέντρων και την πρωινή δροσιά των φυλλωμάτων ακροπατώντας μην ξυπνήσουν τους δράκους, να κατοχυρώσουν -προπάντων αυτοί – τις δικές τους εκβάσεις.
Είναι δεδομένο ότι εγώ δεν θα υπάρχω σ’ ένα κάποιο μέλλον που ονειρεύομαι γι’ αυτό κι αποκρυπτογραφώ τις περατώσεις των εκφράσεων.
Και ω! – το μεγαλείο του ρόγχου
Οι λέξεις που ζητάω μ’ έχουν ζητήσει πρώτες.

ΑΛΛΟΣ

Αναζητώντας τρόπους να καταστρέψω αυτήν την εκδικητική λογική -τα βράδια ξεπερνώντας την.
Τα βράδια πάνω στις ανεμόσκαλες που φίλευε ο θεός δήθεν στη ματαιότητα μας και μας καλούσε.
Αυτό που ζω είναι ένα όνειρο
Ανεπιθύμητο σαν πυρετός
Φορτικό σαν την αυτοκαταστροφή
Αυτός, ο Δικός μου Άνθρωπος. Μια σκιά πίσω απ’ τα λόγια μου.
Η περίπτωση ν’ αμφισβητηθώ.
Η ψυχρή στίξη των φράσεων που δεν ήθελαν να τελειώσουν.
Μια φιγούρα χωρίς πρόσωπο που με περιπαίζει.
Δεν πέρασε στιγμή που να μην μου ψιθύρισε τα δικά του λόγια στ’ αυτί
Για να με βάλει να καίγομαι
Σ’ αιώνια φλόγα
Έχει παρέμβει
Σε κάθε μου λάθος.

6. Την κάθε μέρα κατακτώ την ηλικία. Θυμάται κανείς εκείνη την εικοσιτετράωρη σταθερότητα, την αναγκαιότητα του πρωινού και του βραδιού, κείνο τον Ιωνικό νόμο του μεσημεριού˙ τότε δεν έφευγα όταν το κάθε βλέμμα φτερούγιζε˙ γιατί τα βήματα τα γερμένα καταγράφονται πάνω στους τράχηλους των ανηφορικών δρόμων και τους σκληρούς ώμους των ουρανών;
Γιατί οι φωταψίες της μνήμης δεν φωτίζουν; – καίνε, τα μάτια τσούζουν απ’ τις γροθιές των αυγερινών˙
Τότε, όταν πετιόταν σαν ζαριά η κάθε συνήθεια
Τότε, που θα την πιάσω απ’ το χέρι
χάριν α ν ε π ί σ τ ρ ε π τ ω ν   ν ι κ ώ ν
χάριν α δ ι α φ ο ρ ί α ς
των μεγάλων κινήτρων της δημιουργίας
που δεν θα υπάρξει
του μεγάλου – και πάλι! – έρωτα
που δεν θα έρθει ποτέ.
Θα πεθάνω άυπνος – πανευτυχής
το θυμάμαι

 

Άνοιξη-καλοκαίρι 2004

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: