Καμπανούλες
και τρίξιμο ξερών φύλλων μες την ατμόσφαιρα
την ανεπαίσθητα υγρή και απαλή
σαν ανοιξιάτικου πέταλου χνούδι –
μπορεί αυτό να είναι

ή βελούδινος γυναικείος μηρός
που κάνει ολόγυμνος να διπλώσει γύρω από γόνατο αντρικό –
το χώρισμα της γάμπας
βαθύ κι απόλυτο
σαν έρεισμα θεωρίας
ως έριδα ζωής.

Μπορεί να είναι˙
μακρινές εκπυρσοκροτήσεις
και δεν ακούς καθαρά
κι ύστερα
ακούς μονάχα
το λαχάνιασμά σου.

Τι σ’ έπιασε μέσα στην άνοιξη παράξενο;

Σε λίγο ή αύριο
το λένε: μετά από χρόνια
ξεχνιέται η μικρή μικρή ιστορία
μα ήταν σίγουρο πως είχε υπάρξει
ένα σπουδαίο ερώτημα
μυστηριώδες.

Κι άντε γιγάντωνε την εμπειρία
πως θα βρεις την άκρη
και μια αρχή
μήπως και γραφτεί το τέλος.

Μπορεί να είναι
η μέρα που σφυρίζει
μέσα στον θόρυβο που αποπλανεί, την κίνηση,
τα δημαρχεία, τα καταστήματα
και πολλά παπούτσια.
Και δεν υπάρχει μονοπάτι
Καθώς όλοι γνωρίζουν πού πάνε.
Θα μου πεις τι σ’ έπιασε
μέσα στην άνοιξη
παράξενο;

Όλα όνειρα κι ατασθαλίες.
Μην τον μαλώσετε τον παιδικό.
Άκουσε πυροβολισμούς
κι ύστερα πέθανε.
Κι ύστερα βρέθηκε σ’ έρημο περιφραγμένη
Μια ταμπέλα προειδοποιούσε:
«Από στιγμή σε στιγμή αναμένεται πτώση συμπαντικών υδάτων, ιερογλυφικών μορφών, μοχθηρών εγκλημάτων και άλλων αντικειμένων».
Και συμπλήρωνε:
«Ουδέν κρυπτόν υποσελήνιον».

Οι λέξεις του ‘παιξαν ζωή.
Θυμήθηκε την αίσθηση –
την άνοιξη.

Άναψε τσιγάρο
Κρύφτηκε και περίμενε για χρόνια.
Ήταν ακόμα νύχτα όταν ξαναπέθανε
Δηλαδή
ό,τι ξημέρωνε
και το ‘ξερε
κι ακόμα ήξερε πως είναι κρίμα.

Κι ύστερα,
θα ‘χαν συμβεί πολλά.
Τώρα αδύνατος και χλωμιασμένος
κοντοστέκεται˙
ένα ηλίθιο αίνιγμα
κρατάει όλη την ανεμελιά
και την ανάσα του όλη,
πολύχρωμο.

Δεν είχε πουθενά λέξεις χωρίς νόημα
Κι ούτε γαλάζια μήλα
ούτε μυγδαλιές ανθισμένες την άνοιξη
και ψάρια στους δρόμους
και παπούτσια με λυμένα κορδόνια
που να σκοντάφτεις.

Ως απαλή συγκρότηση στοιχείων φθοράς
σ’ ένα μεγάλο ξέσπασμα, σ’ ένα κενό λιμάνι.
Ως μέθη των προγόνων κρουστή προσήλωση
σ’ ένα ρυθμό ανήκουστο, σε φθίνουσα πορεία.
Τον είδανε την άνοιξη και τι τον είχε πιάσει;
Μον’ αίσθηση παράξενη;
Μον’ κάποια λιτανεία.

Τρυφερή είναι η παλέτα του ζωγράφου –

είχε συναντήσει λακκούβες, κοίτες κι άγρια χνάρια απ’ τ’ αρχαιότερα –

με το πεταλουδίσιο αίνιγμα κεντραρισμένο να κλέβει φως –

οπότε υποστήριζε ένα σώμα που αδιάκοπα γεννιόταν και ξαναπέθαινε –

τώρα γεράνια κι ευκάλυπτοι κι αναίτια κίνηση απ’ το μεγάλο μαινόμενο –

κι έγινε το βλέμμα του καθαρό, ούτε βλέφαρο δεν έσκιαζε την αγνάντια –

κι έτσι το κέντρο του όποιου τοπίου αφηγήθηκε τον χώρο κι αδιάκοπα τον
καταβρόχθιζε και τον ξερνούσε –

Υπήρξε τελικά μια περίεργη νοσταλγία σαν να επέστρεφες από κάπου όπου αναγκαστικά είχε ζήσει κι είχε αγαπήσει αλλά ν’ ανήκε αλλού

σε κάποια ερημιά
ή και στην ζήτησή της.

…………………………..

Οι αγαπημένες αποχαιρετούν
Των καραβιών οι αντένες έρχονται και πάνε,
φεύγουν γυρίζουν
και ανέρχονται.
Απόμενε η μνεία
και τελετές αναδείξεων
Τα ψευδοπόδια της μνήμης υπήρξαν η πιο μεγάλη του παραίσθηση –
και ξενυχτούσε.

Μπορεί να είναι,
το θρόισμα του ονείρου
και το απαλό μες τη γλυκιά του σιγαλιά
πνευστό τραγούδισμα,
ο αυλός κι οι οπλές αρχαίων θεών κρυμμένων,
οι αφανέρωτες σκιές των μύθων του,
το τρίξιμο των φύλλων.

Στα πιο ωραία υφάσματα
η φύση θηλυκή αριστεύει
όπως στα μάτια μέσα η υπόσχεση –
στη χούφτα του το τέλος.

Μπορεί να είναι·
στις λεωφόρους το μειδίαμα των τροχών
το νανούρισμα των εθνικών οδών
καθώς διαβαίνεις σκοτεινά περάσματα
σβηστά διόδια –
στα τζάμια ο αέρας σφυρίζει απελπισμένα.

Πες μου τι σ’ έπιασε
μέσα στην άνοιξη παράξενο;

Ένα βράδυ αναμετρήθηκε με την επιθυμία –
σ’ όλες τις όχθες πήρε και κλείδωσε τα κύματα.

Γιατί ό,τι θαλάσσιο
τον ανάσαινε.

Το ανθρώπινο συνάφι του φάνηκε μάταιο
κι έγιναν όλα γνώση ολέθρια.
Πάτησε στις μύτες των ποδιών του.

Για να δει καλύτερα.

Το μυαλό του στέρεψε κι αντάρτεψε.
Οι φτωχιές ερημιές των χαζοδακρύων…
Κι α! Οι μοχθηρίες όλες τον σαγήνευσαν

ό,τι άρπαξαν τα χέρια του
αλλά κι ό,τι τραγουδήθηκε
πήραν οι φλόγες και το τύλιξαν
κι έγινε στην ανάσα του
με τον καιρό και το τσιγάρο
μια σιωπή κατιούσα.

Έκλεισε εκεί.

Μπορεί να είναι
της μάνας που χάιδευε το ψέμα κι η αλήθεια
κι οι μαστρωποί ουρανοί που δεν του επέτρεψαν ποτέ –
παίρνεις στα χέρια σου σφυρίχτρα και βροντάς –
και ποιος ο λόγος
θα μου πεις;
μέσα στην άνοιξη ετούτη
που το παράξενο το πιότερο απ’ όλα
είναι στην ανεμοκλίση ανύπαρκτων λιβαδιών χωρίς ζώα –
που δεν ειπώθηκε –
πέφτεις στα γόνατα
στο χώμα σου
και το φιλάς –
πας παραπέρα
πας παραπέρα

μέσα στην άνοιξη ετούτη
μπορεί να είναι
πάντα οι καμπανούλες κι οι καμπάνες
οι χαρμόσυνοι Επιτάφιοι
με τα λουλούδια απ’ τις αγορές των ξενυχτάδικων –
που θα τελειώσει το κακό είναι η ελπίδα
κι η ανεμοκλίση των ανθών, των μίσχων και των λουλουδιών
είναι στην ξύλινη ντουλάπα του Παππού
και στα κεντήματα ξανά του βελονιού
με τις φωνές μαζί των γυναικών που στρώνουνε τραπέζι,
ως τις καμπύλες των Ιωνικών κιόνων –
παράξενη δεν είναι τούτη η άνοιξη;

μα τι συμβαίνει και τραγούδι ξεπηδάει;

Κοιτάζει τον Απόλλωνα
τον θεό του φωτός
κατάματα,
φορώντας γυαλιά ηλίου.

Μα τι τον έπιασε;

Η λέξη μοτίβο έγινε κλειδί
και πήρε και ξεκλείδωσε τα κύματα.

Κι ύστερα,
έμεινε μόνος.
Αυτός
Ο Θεός
Κι η ψυχή του.

Και θέλεις γεύση
Ήταν μεγάλο τόσο τ’ όνομά της
Να σου το πουν ξανά
που αυστηρά το ‘χεις ξεχάσει

Ένρινο, πελιδνό, φλοίσβιο κι ενθυμητικό
Όπως οίστρος
Και στα σοκάκια παραμόνευε
και σκότωνε αγγέλους που ζητιάνευαν
τους ξεπουπούλιαζε
κι έφτιαχνε μαξιλάρια.

Ίσως να είναι
που έλεγε πως σκέφτεται
την ώρα που γελούσε
Γιατί τραγούδι χασμουριέται;
Τον ζάλιζε η ζέστη με τα ζήτα της

Χαρισάμενο θέρος των χρυσών σπαρτών
και των μεγάλων πολέμων
κανείς δεν είχε δώσει λύση,
μόνο που προσεγγίστηκαν οι ακρογιαλιές.
Τα βράδια τον τσιμπούσαν εφιάλτες.
Και ρογχάλιζε.

Ένα πρωί, θυμάται, είχε βρέξει
και δεν ήταν Αύγουστος
και σηκωνόταν σκόνη μες τη λεπτή βροχή
κι απέδωσε το αξίωμα της όρασης
σε θαύμα.

Μα τι παράξενο.
Είχαν τα ζώα κατέβει όλα απ’ την Πάρνηθα
και γέμιζαν τους δρόμους.
Οι τσαλαπατημένες σάρκες τους
το αίμα και τα μουγκρητά
και πόση κοπριά παντού.
Και πιο πολύ τα αγωνιστικά πουλιά
που ανατινάζονταν στους τηλε-φονικούς θαλάμους
τα τάδε – stores
και τα σαντουϊτσάδικα.

Τις νύχτες πάντα ξεντυνόταν
και τον λατρεύαν τσίτσιδο.
Ίδρωνε με καπνό και μ’ αλκοόλ.

Πες μου τι πάσχιζες αλύπητα και ξένο;

Είναι το έντομο που σου ‘μαθε την υπομονή;
Είναι το ζώο; – Η αρχή;
Το ντροπιασμένο σύμπαντο που δεν σου μίλησε;
Τα χέρια που σε άρπαξαν
και γέλαγες διαμελισμένος;
Είχαν βρεθεί τα νύχια του
σε σπήλαιο ηπειρώτικο
ή στης Ροδόπης κάποιο μονοπάτι απάτητο.

Και δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ.

Διαπίστωσε ότι ολόκληρη η λύπη για το νομοτελειακό χαμό του θέρους, η μακαριότητα και ο πόνος βρίσκονται στα βλέμματα των άκτιστων (ω! θεέ μου) προσωπογραφιών της βυζαντινής αγιογραφίας. Πώς να το πεις; Πρόσωπα από ρυθμό και σώματα με παιδικές κοιλίτσες και βρεφικές πάνες σ’ ενήλικες φιγούρες. Αν ο Ιησούς είχε ακράτεια στο σταυρό, το μαρτύριό του θα ‘ταν τρισχειρότερο.

Εξοργισμένα όντα μη – όντα
Κατέβηκαν για να τον αποκεφαλίσουν
αλλά δεν πρόλαβαν

Επειδή είχε φθινοπωριάσει
κι ήταν κι αυτά λυπημένα
Και τον ρώτησαν:
Πες μας τι είναι αυτό που πάσχιζες
αλύπητα και ξένο;

Ένα βράδυ ακόμα
τον βρήκε άυπνο.
Τα ‘πιανε.
Όταν το βράδυ έφευγε μεθυσμένο
εκείνος καθόταν αγέρωχος στο γραφείο του.
Έξω είχαν περάσει σχεδόν όλες οι εποχές
κι ολοένα πλησίαζε
κι ολοένα πλησίαζε.

Μια άλλη ρυτίδα κούρασης και σθένους
Έκανε την εμφάνισή της
Κι είχε ζωγραφιστεί στο μέτωπό του ένα τόξο.
Αλλά οι κάποιοι ουρανοί
δεν το επέτρεπαν ακόμα
να ‘ναι ουράνιο.

Και σκοτεινιάσαν.

Πες μου
τι βιβλικό θα βρεις παράξενο
και ζωντανό καινούριο;

Τις μέρες που σκοτείνιαζε νωρίς
το φως σωνόταν.
Κι άναβε εφτά λυχνοστάτες στο παράθυρό του˙
και περίμενε.
Μπορεί αυτό να είναι.

Μπορεί να είναι
που δεν θα έρθει άλλη άνοιξη γι’ αυτόν
πένθη παιδιών
σαν γέλια στις ακρογιαλιές
που σκαν τα πόδια σου στις πέτρες
και τρέχεις και γελάς και κλαις.

Μπορεί να είναι
που οι στρουμπουλές κοιλίτσες σάπισαν
και τα πελώρια χασμουρητά –
τι λαχταράς; συγνώμη δεν πρέπει να ρωτάς –
μέσα την άνοιξη; συγνώμη και δεν έπρεπε –

μπορεί να είναι
που ‘ταν τα χέρια του γεμάτα αίμα άθελά του
ενώ το μόνο που ‘θελε
ήταν το ένα να ‘ναι μέσα στ’ άλλο
κι αυτός να μην κοιτά.

Από απαντοχή, δοσμένος και αδύναμος.

Υπέπεσε στον χειμώνα.
Κι αμίλητος δεν συμμετείχε ούτε στο κρύο ούτε στο χιόνι
Και πήγαινε να πει αλλά δεν γινόταν
Κι όλοι ανέμεναν το αναμενόμενό τους.
Μα τι ντροπή! –
κι ένιωσε σύμπαντο.

Όταν τα σήμαντρα ξαναχτυπήσουν μες την πόλη
δεν θα μας πει τι βιβλικό καινούριο
ή τι παράξενο τον είχε πιάσει.
Και δεν θα ξανακούσουμε εκπυρσοκροτήσεις
ή και φαντάσματα τρεχαλητών
γυμνές πατούσες
ή παπούτσια –
μόνο τα χρόνια θα ‘ν πολλά.

Κι αν γεννηθεί σκουλήκι
απ’ το δικό του το σαρκίο χορτασμένο
αύριο θα ‘ναι άνοιξη
και θα ‘ναι μύγα.

Τώρα πιο πέρα ο Ηράκλειτος κι ο Αιών
πίνουν, μεθούν και τραγουδούν
κι ένα παιδί ευτυχισμένα κατουράει
το χώμα το απαλό που τον σκεπάζει.

Παράξενο, παράξενο!
Παντού Πρωτόπλαστοι!
Και
Καμπανούλες
Και τρίξιμο ξερών φύλλων μες την ατμόσφαιρα
την ανεπαίσθητα υγρή και απαλή
σαν ανοιξιάτικου πέταλου χνούδι –
μπορεί αυτό να είναι.

Ποτ’ ήρθε πάλι η άνοιξη;
Παράξενο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: