ΣΥΝΤΡΙΒΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Είναι ένα μοτίβο – ένας ρυθμός. Μοτίβο και ρυθμός σαλεύουν χορευτικά μέσα σε μουσικά ασυνείδητα.

Είναι δρόμοι – είναι σταθμοί. Δρόμοι και σταθμοί εξυπηρετούν το ταξίδι – τίποτ’ άλλο!

Είναι η φύση – είναι η πόλη μου. Η αγαπημένη πόλη κρατάει τις λεπτές κλωστές της μαριονέτας μου.

Είναι ο θεός – είναι ο κόσμος. Θεός και κόσμος ίσον μια λέξη δηλαδή θεόκοσμος δηλαδή εγώ την κάθε μέρα δηλαδή οι άλλοι την κάθε μέρα.

Δηλαδή μουσική.

Αδιέξοδο.

Έπρεπε να φτάσω κάπου.

Αλλά μόνο έπρεπε.

14/3/2011

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ

Εννιά και τριάντα

το εισιτήριο

στις δέκα φεύγω.

Πίσω η Αθήνα

μπροστά γκρεμός.

Εγώ στη γαμημένη μέση.

Η βαλίτσα άδεια.

Όνειρα, χαρτιά, τσιγάρα.

Και μια σακούλα σκουπιδιών

για τη ναυτία.

Τη θάλασσα δεν τη συνήθισα βλέπεις ποτέ.

Κοιτάω τον ουρανό. Τον κοιτάω βαριά.

Το κεφάλι μου έχει ανοίξει στα δύο σαν αυγό πασχαλιάτικο

αλλά εγώ δεν καταπίνω ασπιρίνες. Το άσπρο με πονάει.

Τόσο,

που σήμερα φόρεσα πάλι μαύρα.

Μια μέρα,

όταν οι γλάροι θα πετούσαν στο κέντρο της Αθήνας,

εγώ θα πήγαινα στο πλοίο της γραμμής

να κρώξω στη θέση τους.

Χαλασμένα μάτια,

μαύροι με ταινίες τελευταίας κυκλοφορίας,

γέροι,

υπάλληλοι,

εφημερίδες, ειδήσεις κατά συρροή.

Πέθανα πέθανα

πέθανα χτες

πέθανα χτες ρε φίλε

και δεν το ‘πε κανείς σε κανέναν.

Μιλάνε για ταλέντο

όσοι δε φόρεσαν ποτέ σκονισμένα παπούτσια.

Μόνο αυτοί.

Εμείς,

εμείς τρεχαλητό τα πρωινά

το μεσημέρι πείνα

το βράδυ ανασαίνουμε εκκωφαντικά

σαν τους πνιγμένους μες τον ύπνο τους.

Εννιά και τριάντα

το εισιτήριο

στις δέκα φεύγω.

Φλεβάρης 2011

ΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΠΑΝΤΑ

Γυρνώ

και βλέπω πίσω μου πατρίδες

μπροστά μου κώδικες

και δίκτυα μεγαλουπόλεων.

Ωστόσο

Ο έρωτας είναι μια σταλιά παιδί

τ’ ασίγαστο πάθος του, τα μικρά του τα πόδια

η αθάνατη πείνα του.

Τι άλλο;

Μπροστά μου θάλασσες

παγκόσμιοι χώροι

γεωμετρίες βλεμμάτων

αποτυπώματα ιστοριών

παλιές εποχές

στρώματα κι αδιάβροχα –

για τις άστεγες μέρες των χειμώνων.

Κι εγώ;

Εγώ υπάρχω

όταν τα λόγια περιττεύουν

αλλά δεν είμαι κραυγή

μόνο το είδωλό μου προσεύχεται θρηνώντας

μόνο το είδωλό μου

κι ο κόσμος;

στίχος που τσαλακώθηκε

καμιά φορά

και σιωπηλός βηματισμός.

Δεν είμαι ευγνώμων για το τίποτα

καθόλου δε με νοιάζει.

Μάρτιος 2011

ΘΑ ΦΕΡΩ ΠΙΣΩ

Θα φέρω πίσω

τις εποχές

με τις σπουδαίες ιστορίες

τους πολυσέλιδους βραχνάδες

τις ενικές αδυναμίες.

Θα φέρω πίσω όνειρα

φως σ’ αναστάσιμες λαμπάδες

τουλάχιστον την προσευχή

τουλάχιστον τη γοητεία.

Τις νύχτες

που θα επιστρέφω

Η σάρκα αδύναμη

ζάρια θα παίζει με το θάνατο

με το μυαλό ρουλέτα.

Αλλά

αυτά

που πρόβλεψα

θα φέρω πίσω.

Ξημέρωμα εφηβείας

Λαγνεία χρόνου

Κι επιθυμία ταχύτητας

Εγώ που θέλησα ανταύγειες συγκρούσεων

και ξέφωτα ελευθερίας

στο σκοτεινό μου σπίτι τώρα –

– ανοίγω τα πατζούρια

συγυρίζω.

Φεβρουάριος-Μάρτιος 2011

ΛΕΥΚΟ ΛΕΡΩΜΕΝΟ

Χρωστάω στο μέγεθος της θάλασσας

τις διαρροές

τη μνήμη και τη λήθη.

Πάντα οι ορίζοντες.

Πάντα εκείνοι.

Λευκό λερωμένο για τα χέρια σου

λευκό με γεύση

λευκό όταν συνάντησα το παρελθόν –

– ανακωχή με όνειδος.

Στο βάθος,

οι δρόμοι όλοι εξακολουθούν.

Μα εδώ είναι πέτρες πολλές και υλικά οικοδομών. Κάθε μέρα ασφυξία, κάθε μέρα πόλεμος. Είμαι παράπλευρη απώλεια και πληρώνω κι εισιτήριο! Τι να πεις! Καμιά φορά, όλα συνηθισμένα, όλα βαρύ περπάτημα.

Και δεν υπήρχε εκείνο το «κάποτε» που ξεκινούν οι εξομολογήσεις. Δεν υπήρχε.

Υπήρχε μόνο το πολύ πραγματικό ζήτημα της ομορφιάς.

Υπάρχει ακόμα.

Μιλάω για το πέρασμα του χρόνου.

Μιλάω για σκισμένες σελίδες.

Μιλάω όλο μιλάω και τι λέω;

Λέω για παλιά ναρκοπέδια ενεργά.

Λέω γι’ ανθρώπους που έχασαν τα αγαπημένα τους δέντρα.

Λέω για πλοία που βρέθηκαν να αιωρούνται.

Λέω για μένα,

όταν περπατώ ανάποδα τους δρόμους

όταν ανησυχώ τις νύχτες

όταν σκοντάφτω στα γνώριμα

όταν γητεύω την τρέλα με ντέφι και χορό.

Ζητιανιά και αγάπη

κι οι δρόμοι μονάχοι τα βράδια.

14/3/2011

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Ένα τσιγάρο δρόμο

ώσπου να σβήσει θα είμαι εκεί

Θα έρθω να σε βρω

με νικοτίνη και με βήχα

προλέγοντας

κι αμφισβητώντας

προδίδοντας

κι αμφισημώντας.

Έχω τα μονοπάτια·

έχω τους δρόμους λοιπόν, έχω τ’ αμάξια, τα μαζικά μέσα, έχω τους αφέντες-δούλους, έχω τη λογική της μοναδικής νύχτας, έχω τα στίγματα.

Παραμένει τόση επιείκεια στις επιφάνειες ώστε οι ανηφόρες πλαγιάζουν, ξεκουράζονται. Παραμένουν τόσα μονοπάτια στις εθνικές, τόσες διακλαδώσεις στα μάτια σου!

Παραμένουν τόσοι θεοί κατ’ εικόνα μου,

παραμένει ο χρόνος – η ομοίωσή μου.

Τρία ζήτω για τα λησμονημένα!

Προσοχή στις λεπτομέρειες!

Νηστεύεις και πεινάς, μα δε μιλάς.

Παραμένει η μικρή

μικρή

μικρή

πικρή

Οιδιπόδεια ρίζα μου.

Μάρτιος 2011

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΜΟΥ.

Το βράδυ, καθώς ανασαίνω.

Το πρωί που τρέχω, ουρλιάζω, πουλάω, σηκώνω τηλέφωνα, όλο συνεννοούμαι και δεν υπάρχει τίποτα όλα κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό όλα σε φόντο αγοράς και τα προϊόντα κι η χοντρική κι οι άνεργοι κι οι υπάλληλοι κι οι άγνωστοι παραγωγοί του πλούτου κι εγώ στη μέση ή στην άκρη, δεν έχει σημασία κι εγώ κάπου εκεί, γράφω την ποίησή μου.

Να μη σας νοιάζει.

Άλλη δουλειά δεν έχετε;

Το ψωμί μου βγάζω ρε, το ψωμί μου.

Κι αν είναι άνοιξη η καρδιά μου σκοτεινή κι οι πρώτες νωχέλειες καταφτάνοντας νωρίς από το Νότο.

Ω πόσο πνίγομαι!

Ω πόσο καίγομαι!

καμιά φορά…

Φεβρουάριος-Μάρτιος 2011

ΚΡΙΣΗ ΠΑΝΙΚΟΥ

1.

Τα πρωινά είναι δηλητήριο

και μεθυσμένοι ήλιοι.

Πόσο έφταιξα,

πόσο μου διέφυγα.

Πόσο οι τιμωροί

δεν άφηναν ούτε σχισμή ουρανού για μένα.

Καθώς τα γόνατα συσπώνται,

κι οι τένοντες εγείρονται,

η έκρηξή μου αφορά τη νύχτα

τους μοναχικούς δρόμους

κι άγνωστους παλμούς.

Δεν είμαι

παρά μια ακόμη

εκκένωση γλώσσας.

Ζητώ απεγνωσμένα τη βαρύτητα

την ώρα που οι παλιοί θεοί εγκαταλείπουν

κι οι συνωμότες καλούν σε δράση.

Ζητώ το άναρθρο

τον λάθος ήχο

την κραυγή

και πού να βάλω

της αγωνίας την τελεία.

Απ’ τα οράματα δεν έφαγε κανείς ψωμί

κι όταν λυσσάς

η μόνη ποίηση

είναι το μεροκάματο.

Άμα τα βάλεις με τον άνεμο θα σπάσεις

αν αφεθείς

όπου σε βγάλει.

Στη μέση η νέκρα των πουλιών

στην άκρη τα τσιμέντα

πιο κάτω ένας περαστικός –

– στο βάθος άγνωστες

νυχτερινές λεωφόροι.

2.

Εν τέλει οι Κύκλωπες

δεν ήταν παρά είδωλα

και σκιές βουνών.

Στο κάτω κάτω

δεν γνώριζαν ούτε τη θάλασσα –

κρατούσα όστρακα για πληρωμή.

Πες πως με τον ήχο τους

δωροδόκησα τη γη.

Τότε θυμήθηκα

όταν αρνήθηκα

να μου συμβεί

κάτι λιγότερο από θαύμα.

Πες πως η έκρηξη του άστρου μου

σε κάποιο ουρανό

δε θα γεννήσει μοιρολόι.

Πες όμως

πως και τα θραύσματα

δε θα ζητήσουνε ποτέ

τα ρέστα απ’ τις τροχιές τους.

Έτσι

κατρακυλώ

όπως οι ρίζες των δέντρων στο νερό

όπως ένα μανίκι ως τον καρπό

όπως η αρρώστια  κάποτε στο στήθος μου.

Συγυρίζω.

Θυμάμαι αθέλητα

πιάνοντας τις κλωστές στην πλάτη μου

τα ψέματα στον ύπνο τους

την αθωότητα απ’ το λαιμό –

αυτήν την έπνιξα για τα καλά.

Γεμίσαμε λουλούδια σάπια εδώ κάτω

άνθρωποι και οθόνες

όλο δρόμοι

όλο σκουπίδια

όλο παράταση –

εισαγωγές-εξαγωγές και πεζοδρόμια

φανάρια κι εισιτήρια

γεμίσαμε σφραγίδες

και λυπημένες ανθοδέσμες.

Με τη στίξη ξεμπερδεύεις

με τη γλώσσα ποτέ.

Τώρα μιλάω με τη γραμματική του ύπνου,

ν’ ακούσω τη συντέλεια καθαρά

να πλυθώ στον καιρό.

Στο μαιευτήριο των χιλιάδων θανάτων

ίσως γίνω κατά λάθος πατέρας.

Απρίλιος 2011

Τώρα ξύπνησα

Έτσι ονειρεύομαι τα χελιδόνια

μ’ ασπρόμαυρες κινήσεις

κάτω από γαλάζιους ουρανούς

μηνύματα όλο σιωπή

αποκαΐδια τρέλας.

Δεν επιμένω

όλα είναι επιταγές –

μένα μου μένουν μπερδεμένα λόγια –

όλα

απλήρωτες αναφλέξεις.

Μια φορά οι κάβοι μ’ ονειρεύτηκαν

και πήρα νυχτιάτικο τους δρόμους.

Ήμουν χωρίς σημασία.

Θα ‘λεγα πως ήμουν δίχως χέρια –

θα ‘λεγα,

αν έβρισκα τη γλώσσα.

Η απώλεια της ρίζας –

τώρα μείναμε αυτοί κι εμείς –

η λήθη του αίματος –

τώρα ο θεός έβαλε ταμπέλα «Ενοικιάζεται»,

τώρα είναι λόγος πιο πολύς για θάνατο –

τα Σάββατά μας,

τι έγιναν τα Σάββατά μας;

Πόσο θα ‘θελα να ‘σουν εδώ

και να γυρίζαμε τη μεθυσμένη πόλη

ένα δυο βήματα κοντύτερα

στου απελπισμένου έρωτα την ειλικρίνεια.

Όλα είναι μολυβιές σε κίτρινο χαρτί

ή σχέδια για το παρελθόν.

Πάει πέρασες.

Παίρνει πολύ να μάθεις το σκυμμένο σβέρκο

ή να πεις πως τέλειωσε η εποχή

όπου μιλούσες στο άγνωστο στον ενικό.

Πότε θα συναντήσω το φιτίλι μου

το αληθινό φιτίλι,

δεν το ξέρω.

Άμα προλάβω πρόλαβα

Ως τότε

περιμένω.

2.

Τώρα που ξύπνησα είναι αργά·

ναυάγιο τα μάτια στον καθρέφτη

τελειώνοντας

το μονοπάτι του ύπνου.

Δέσμιο έαρ και

πρωταρχική μου γη

πρώτε μου αέρα

νερό, γεννήτορά μου

φωτιά

μέσα μου αεισάλευτη,

η καλοσύνη δεν αργεί

κι ας θέλει θάνατο

κι ας θέλει αλλιώτικη διαθήκη.

Τώρα τα τέρατα ξαπλώνουνε μαζί μου

να γεννηθεί το ύστατο

να γεννηθεί ο μύθος της καιόμενης ασφάλτου

και ν’ ανταλλάξουμε εμβατήρια για πέρασμα.

Η ποίηση να κατέβει

στους πρόποδες του ανθρώπου –

λευκό φιλί ανακωχής

λευκό τραγούδι λερωμένο

και ο μεγάλος Νέγρος

να τραγουδάει ρεμπέτικο.

Τώρα ξύπνησα

μέσα στ’ αγκάθια.

Πάρθηκεν από μάγους

κι εγώ θεσπίζοντας αστέρια.

Έτσι, λοιπόν,

η πόλη στο βυθό

η μνήμη αλώθηκε

ο κόσμος έφυγε

ο κόσμος περπατάει.

Απρίλιος 2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: