κάθε πρωί που μπαίνω στο μετρό
είναι ένας άντρας με το πρόσωπο γυρτό
σαν των ψαράδων το καλάμι
όταν φρενάρει ο οδηγός
δεν αντιδράει
και όταν τρέχει κοιτάζει έξω από το τζάμι

σ’ έναν σταθμό γυρίζει τη ματιά
και μες το χέρι σφίγγει τα χαρτιά
όπως η μάνα το παιδί της
χάνεται μες το βουητό
δεν αντιδράει
σαν να φυσάει κι αυτός ελιά που τρέμει το κλαδί της

R
κοιτάει τα πόδια του κοιτάει σκεφτικός
δεν είναι γέρος
και τι μαρτύριο
παίζει στα χέρια το εισιτήριο
δεν είναι νεαρός

και τελικά σηκώνεται κι αυτός
μπροστά στην πόρτα όπως όλοι νευρικός
μα να κατέβει δεν τον νοιάζει
τον σπρώχνουν όλοι ακίνητος
δεν αντιδράει
αυτός ο κάποιος δεν κατεβαίνει και μου μοιάζει

R
κοιτάει τα πόδια του κοιτάει σκεφτικός
δεν είναι γέρος
και τι μαρτύριο
παίζει στα χέρια το εισιτήριο
δεν είναι νεαρός

 

σήμερα πέσε από νωρίς
τα μάτια στο ταβάνι
κι αν δεις ψηλά το γιαταγάνι
και πάλι αίμα ονειρευτείς
να με φωνάξεις

αύριο θα πάμε στη δουλειά
να δούμε και τους άλλους
και τους καημούς τους πιο μεγάλους
που μας ασπρίσαν τα μαλλιά
να τους τινάξεις

R
σήκω και πάμε στη δουλειά
μας περιμένουν τα παιδιά
για να μιλήσουμε
τα χέρια τους είναι σκληρά
σκληρή αγάπη κι η καρδιά
πρέπει να ζήσουμε

φυσάει ξανά κι όλα αλλιώς
σήκωσε το πανό μας
το διάλειμμα το μεσημεριανό μας
έρχεται σαν καιρός παλιός
στην θύμησή μου

κι αν δεν κερδίσουμε λοιπόν
δείξε μου τους χαμένους
κι αυτούς που βλέπεις μπερδεμένους
ίδια η φτώχεια μας καρμπόν
η εξήγησή μου

το βράδυ δε μιλάει κανείς;
ή απλά κοιμούνται;

τόση ησυχία τα ρολόγια
δεν βρίσκεται κανείς να σκουπίσει
το τικ τακ απ’ το μέτωπό του

μόνο το μάτι μου αναμμένο
σαν φως σε διαμέρισμα

Read More

μηδέν το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού
οι λέξεις υψωμένες στο άπειρο εκεί κατάντησαν
και τα κομπιουτεράκια έχουν τρελαθεί

το καλό μου συμπέρασμα:
το άπειρο είναι ένα δέντρο
που γέρνει στην άκρη του κόσμου

κι ο κόσμος μια λέξη που πέφτει δίχως τελειωμό

όταν επιτέλους ακουστεί το «γκαπ»
τότε θα σχηματιστεί το ένα

 

Read More

Pericles Logerakis
Λίγα λόγια για τον γράφοντα (λήμμα από την Wikipedia):

Ο Περικλής Λογεράκις, δεν γεννήθηκε ποτέ. Τον βρήκαν γλάροι σ’ ένα καλάθι, μωρό, ξεβρασμένο σε λύματα. Υπολογίζουν ότι η μάνα του είναι η Δήλος και πατέρας του ο Ταΰγετος.
Όταν καθαρίστηκε απ’ τα λύματα, τον βάλαν σε μια κούνια, σ’ ένα οικόπεδο της Αθήνας. Οι γλάροι τον μεγάλωσαν με ψάρια. Ερχόταν ο Νίκος ο Καρούζος και του σκούπιζε τα ψάρια απ’ τα χείλη με τις μεθυσμένες χαρτοπετσέτες του. Παίζανε μαζί με χειροβομβίδες κι ανατινάζονταν μέσα σε γέλια.
Σχολείο δεν πήγε – δεν προλάβαινε. Έτρεχε με ποδήλατα στον πόλεμο, έφτιαχνε ψεύτικα περίπτερα και βιαζόταν. Τον ταλαιπωρούσαν ψεύτικες ημικρανίες.
Αφού κατούρησε πολλές αυλές κι αφού βασάνισε τα ωραία μερμήγκια (τα καλύτερα ήταν εκείνα τα κόκκινα της άμμου, με τα μεγάλα πόδια και τις γεμάτες κοιλιές που τρέχαν γρήγορα και τσιμπούσαν καμιά φορά), με τα γόνατα ματωμένα, αποφάσισε να δουλέψει. Read More

 

 

Μιλάμε για όπλα αλλά δεν δίνουμε μάχες.

Δουλεύουμε σαν τα σκυλιά

ή δεν δουλεύουμε καθόλου

πεθαίνουμε στα νοσοκομεία σωρηδόν

τα πτώματά μας ξεχνιούνται στα νεκροταφεία

τα παιδιά των πτωμάτων ψάχνουν λεφτά για να μεθύσουν

ή για λίγα ναρκωτικά

τα λεφτά τα κρατάνε στις τσέπες τους αυτοί με τα μαγαζιά

αυτοί που κοιτάνε πονηρά

όπως κοιτάνε στις φυλακές Read More

Θα σου πω για το παρελθόν

πως μιλάς ικανά

μ’ επιχειρήματα

σε ινστιτούτα

σε σοβαρά ακροατήρια

που κάνουν πως σ’ ακούνε

σπάζοντας τις Σαββατιάτικες ανίες τους.

 

Θα σου πω και για το μήλο όμως

πως δεν πέφτει πάντα κάτω απ’ την μηλιά.

Read More

Αρέσει σε %d bloggers: